coming back

Αταξινόμητα

Γύρισα επιτέλους από διακοπές. Δεν μπορώ να πω ότι ξεκουράστηκα, γιατί οι διακοπές συνδυάστηκαν με δουλειά. Έτσι ούτε θάλασσα, ούτε αγαπημένοι αρχαιολογικοί προορισμοί, ούτε μουσεία, ούτε εκθέσεις, ούτε συναυλίες όπως άλλες χρονιές, για μένα.

Δεν θέλω όμως να αρχίσω με γκρίνια. Δεν θέλω να πω τίποτα για τον πανούργο ελληνάρα που παίρνει τη θέση σου, αυτόν που σε χρεώνει πανάκριβα υπηρεσίες μηδαμινής ποιότητας (ειδικά σε μεταφορές και εστιατόρια), τα πανάκριβα δωμάτια, τους άξεστους σερβιτόρους και εστιάτορες, τους αγενείς οδηγούς που νομίζουν ότι ένα λεωφορείο ή ένα ταξί είναι το προσωπικό τους "κουρσάκι" και σου κάνουν "χάρη που σε πήραμε, μανδάμ".

Δεν θα πω τίποτα και για τους σωρούς σκουπιδιών που αφήνουν πίσω τους οι (έλληνες) τουρίστες που φαίνεται ότι δεν αγαπάνε τη χώρα μας.  Στους ξένους τουρίστες που πληρώνουν, πάντως, δεν τους περνάει καν από το μυαλό να ρυπάνουν. Γιατί υπάρχουν και οι μετανάστες -ξένοι  που. δυστυχώς μέσα στην απόλυτη μιζέρια και ανέχειά τους χρησιμοποιούν μερικές παραλίες σαν τουαλέτα-μπάνιο-λουτρό, που δεν υπάρχει στην γκαρσονιέρα όπου συνωστίζονται εικοσιπέντε από αυτούς, πληρώνοντας μερίδιο (στο ενοίκιο) στον εκμεταλλευτή (έλληνα) ιδιοκτήτη.

Γιατί άραγε όλα σ' αυτήν την χώρα είναι τόσο λάθος? Γιατί η νοοτροπία μας είναι αυτή του μάγκα-φωνακλά-καβγατζή- ψιλό παράνομου- "ε, και τι έγινε"- "ωχ αδελφέ"-"ξέρεις ποιός είμαι' εγώ ρε?" ελληνάρα, που νομίζει ότι μόνο αυτός υπάρχει στον κόσμο, δεν σέβεται κανέναν, αδιαφορεί για το  δίκαιο και τους νόμους, είχε θεοποιήσει το "λεφτό" και κοροϊδεύει τους ξένους.

Μόνο που οι ξένοι έρχονται στην Ελλάδα γιατί θαυμάζουν τη χώρα μας και καταλήγουν να μισούν τους ανθρώπους της. Τι λέω, μ' αυτήν την αχρεία συμπεριφορά, ακόμα κι εγώ τους μισώ τους κομπλεξικούς!

Δεν μιλάω πολύ, γιατί πήγα  διακοπές στο πατρικό της μητέρας μου και όχι σε κανένα χλιδάτο ξενοδοχειακό συγκρότημα στην καρδιά των Κυκλάδων. Εκεί λοιπόν, γνώρισα ανθρώπους που, έχοντας γεννηθεί στην ελληνική επαρχία, έζησαν όλη τους τη ζωή ως μετανάστες και απόκτησαν αξίες και κουλτούρα της χώρας στην οποία γαλουχήθηκαν, κοινώς "έγιναν άνθρωποι". Εκτιμούν την περιουσία τους, είναι απίστευτα καθαροί και οργανωμένοι, δεν ρυπαίνουν. βάζουν όρια στις φωνές τους και θέτουν πλαίσια συμπεριφοράς στα παιδιά τους. Πραγματικοί Ευρωπαίοι ή ακόμα καλύτερα πολίτες του κόσμου, χαίρομαι να τους βλέπω και να τους γνωρίζω, μένω έκπληκτη για το γεγονός ότι είναι ομογενείς μας, (αλλά με άλλες συνήθειες και άλλο πολιτισμό).Δεν χρειάζεται να πω ότι θλίβομαι για το κατάντημα μας. Ο ποιητής είχε πει: "Όπου κι αν πάω η Ελλάδα με πληγώνει" Τώρα πια, μας πληγώνει κι όταν ζούμε μέσα στην επικράτειά της.


Προσωπική απορία

Αταξινόμητα

Όλη η μέρα ήταν δουλειές και κούραση. Νιώθω εξαντλημένη τόσο πολύ που θα θελα να πέσω κάτω και να μείνω εκεί για πάντα. Γιατί πρέπει να αγοράζουμε, να καταναλώνουμε, να τρώμε, να πνιγόμαστε από το ποτό, να γελάμε ξέφρενα, να γινόμαστε χυδαίοι;

Τι νόημα έχει όλο αυτό ; Μήπως θα μας εξασφαλίσει καλύτερες συνθήκες ζωής; Μήπως θα ξεφαντώσουμε και θα αντιμετωπίσουμε την επαγγελματική εξουθένωση με πιο αποτελεσματικό τρόπο; Ναι, καλά!

Γυρίζουμε πίσω στις υποχρεώσεις και τις δουλειές μας (στην καλύτερη περίπτωση) ή στην έλλειψη εργασίας και ενδιαφερόντων (στην χειρότερη) και είμαστε πιο κουρασμένοι και λιγότερο χαρούμενοι από πριν. Τότε γιατί όλα αυτά; Για να κάνουμε επίδειξη σε συγγενείς, γείτονες και γνωστούς; Και όταν δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε πια οικονομικά στις υποχρεώσεις και τις ανάγκες που έχουμε εμείς οι ίδιοι, φανταστικά, έχουμε δημιουργήσει; Τι κάνουμε τότε; Αυτοαποκαλούμαστε φτωχοί και κάνουμε παρέα με τη Μιζέρια; Η΄ αρχίζουμε να κλέβουμε;

Μήπως θα ήταν προτιμότερο να επαναπροσδιορίσουμε τις ανάγκες μας, να κάνουμε πιο καλή διαχείριση του σπιτού μας, να μάθουμε να μην ξοδεύουμε αλόγιστα, να μην χρησιμοποιούμε το shopping ως ψυχοθεραπεία "δια πάσαν νόσον και πάσα μα...", δηλαδή κάθε φορά που μας άφησε κάποιος που αγαπούσαμε, κάθε φορά που μας απόρριψαν, που δεν πήραμε διακοπές όταν το θέλαμε ή δεν μας έδωσαν την αύξηση που περιμέναμε.

 Μήπως να σταματήσουμε να συναρτούμε το ακριβό ρούχο ή αυτοκίνητο ή κινητό ή μπιχλιμπίδι με τον ανδρισμό μας και την δυνατότητά μας να συντηρήσουμε μια οικογένεια; Γιατί αυτοί που στήριξαν συναισθηματικά την οικογένεια τους ήταν αυτοί που έμαθαν στα παιδιά τους να κάνουν καλή διαχείριση και όχι να ζουν μέχρι τα τριάντα τους με την ευγενική χορηγία των γονιών τους και να μπουρδολογούν με τις ώρες στα καφέ της πόλης.


Προσωπική απορία ή κοινωνικό σχόλιο

Αταξινόμητα

Ότι ξέρω είναι αυτό που είμαι. Δεν καταλαβαίνω τι θέλει ο θεός από μένα. Δεν ξέρω τι έκανα λάθος και δεν ξέρω τι φταίνε όλοι οι άνθρωποι που δεν έκλεψαν, δεν σκότωσαν και δεν εξαπάτησαν, να πληρώνουν τα οικονομικά εγκλήματα κάποιων που διαφεύγουν από τη δικαιοσύνη γιατί τους καλύπτουν εισαγγελείς και δικαστές και βουλευτές που έπαιρναν μίζες. Μοιάζουμε όλοι με ζαλισμένα κοτόπουλα που τρέχουμε πάνω κάτω, για να προλάβουμε εξελίξεις, με κομμένο κεφάλι, μα ακόμα ζωντανοί.
Το μόνο που μας έχει μείνει σ' αυτό το παράλογο τοπίο μέσα στο οποίο ζούμε, είναι να γελάμε υστερικά, και να ευχόμαστε έναν εύκολο θάνατο. Ήδη οι πρώτες αυτοκτονίες λόγω χρεών έχουν αρχίσει. Επίσης άρχισαν και φόνοι μελών της ίδιας οικογένειας λόγω οικονομικών προβληματων και της γκρίνιας που φέρνει μαζί του το αδιέξοδο.
Συνταξιούχοι πεθαίνουν για να μην γίνουν βάρος στα παιδιά τους. Δημόσιοι υπάλληλοι δεν αντέχουν την πίεση της οικογένειας και σκοτώνουν τη γυναίκα τους και αυτοκτονούν με το υπηρεσιακό τους όπλο, αφήνοντας ορφανά τα παιδιά τους. Ελεύθεροι επαγελματίες προσπαθούν να πουλήσουν την περιουσία τους για να αποπληρώσουν τα επιχειρηματικά τους δάνεια (που με τα πανωτόκια έγιναν θηλιά στο λαιμό τους) και αυτοκτονούν με απαγχονισμό γιατί δεν τα κατάφεραν. Αυτοί δεν τα κατάφεραν ή όλη μας η κοινωνία απέτυχε να στηρίξει τα μέλη της?
Όλοι γίναμε θύματα. Μαζί με χιλιάδες διαρρήξεις, ληστείες σπιτιών και τραπεζών. Μαζί με ξυλοδαρμούς και φόνους ηλικιωμένων για μια σύνταξη.

Μήπως είμαστε όλοι υπεύθυνοι, γιατί παρατηρούσαμε τους διευθυντές δημοσίων υπηρεσιών να χρηματίζονται και δεν κάναμε τίποτα?.. Μήπως εμείς οι ίδιοι τους τα δίναμε όταν ζητούσαν "γρηγορόσημο",για να καλύψουν κομπίνες και παρανομίες? 


Happy B-day SpiritofBlueSong!

σταγόνες αισιοδοξίας

Σήμερα γιορτάζω 2 χρόνια από την ανάρτηση του πρώτου post, στο πρώτο μου ιστολόγιο (Lifeisajourney), στον Pathfinder, ως blogger. Από τότε άλλαξαν πολλά. Δημιούργησα την δική μου δουλειά, «δημιούργησα» τα δικά μου ιστολόγια  (Lifeisajourney, I 've got you under my skin, The essenceoflife, Freespirit, Livin' the SweetLife), γνώρισα πολλούς ανθρώπους μέσω της δουλειάς και του Διαδικτύου, που είμαι περήφανη που γνωρίζω τις ζωές και τις καθημερινές ιστορίες τους.

Θα μπορούσα να πω πως η ζωή μου μέσα από το Διαδίκτυο έγινε καλύτερη, εμπλουτίστηκε με χιλιάδες πληροφορίες, εμπειρίες, γνώση. Όλα αυτά, άνθρωποι, εικόνες, κείμενα και εμπειρίες, αποτελούσαν ψηφίδες ενός τεράστιου μωσαϊκού που με βοήθησε να αντιμετωπίσω όλη τη μελαγχολία μιας πεζής πραγματικότητας, να δω προβλήματα υγείας από άλλη, πιο αισιόδοξη και πιο δυναμική προοπτική, να αγαπήσω περισσότερο τη ζωή μου και να εκτιμήσω βαθύτερα τους ανθρώπους που στέκονται δίπλα μου.

Επίσης, το γεγονός ότι είχα πια φωνή και υπήρχαν φίλοι που αφιέρωναν χρόνο να διαβάσουν τα όσα έγραφα, με έκανε αυτόματα πιο ελεύθερη στο να εκφράσω τη γνώμη και τα συναισθήματα μου για όσα συνέβαιναν γύρω μου, αλλά ταυτόχρονα και πιο υπεύθυνη στο να δηλώνω αντίθετη στα «κακώς κείμενα» της κοινωνίας μέσα στην οποία ζω και δραστηριοποιούμαι.

Είμαι ακόμα περήφανη που είμαι μέλος της παγκόσμιας κοινότητας  Tu Diabetes για διαβητικούς σε όλη τη γη&Γιατί η δική μας δύναμη και θέληση κάνει τη διαφορά!


Στο έλεος μιας "ασυμμετρης απειλης"

κοινωνία, σκέψεις

 ra4090014504.jpg

 

Γιατί;
  • Γιατί αφήσαμε αβοήθητους συμπολίτες μας και συγγενείς μας; 'Όταν η πυροσβεστική μας λέει «δεν μπορώ» πάμε να τα βάλουμε μόνοι μας με τα στοιχεία της φύσης;
  • Γιατί μαθαίναμε από την τηλεόραση «τι-πρέπει-να-κάνουμε-αν-βρεθούμε-μέσα-σε-χωριό-που-φλέγεται»;
  • Γιατί δεν ενημερωνόμαστε προτού η φωτιά φτάσει σπίτι μας;
  • Γιατί δεν εκκενώνουμε το χωριό μας όταν μας λένε ότι βρισκόμαστε σε κίνδυνο;
  • Γιατί αφήνουμε ηλικιωμένους με πείσματα και παιδιά με άγνοια κινδύνου και τα σέρνουμε μαζί μας και δεν επιβάλλουμε την κοινή λογική της επιβίωσης στους συγγενείς μας;
  • Γιατί καίμε ξερόχορτα ή ανάβουμε χωριάτικους φούρνους με ανέμους 8 μποφόρ; Μήπως όλη η επαρχία πάσχει από έλλειψη συνείδησης, άγνοια κινδύνου, ανευθυνότητα, αδιαφορία για το αν θα πεθάνει το παιδί του γείτονα ή απλή μαλάκυνση εγκεφάλου λόγω ηλικίας; Μήπως πάσχει από έλλειψη εκπαίδευσης σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης;
  • Γιατί δεν είχαμε ποτέ σχέδιο εκκένωσης των επικινδύνων περιοχών;
  • Γιατί η εξουσία δεν έφερε το στρατό να βοηθήσει από την πρώτη ώρα, δεν έθεσε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης από την πρώτη στιγμή, δεν επίταξε μηχανήματα, ξενοδοχεία , πούλμαν, όπως όφειλε;
  • Γιατί δεν μπορούσε κανείς να επικοινωνήσει με το συντονιστικό της πυροσβεστικής και του απαντούσαν ότι «δεν μπορούμε να στείλουμε δυνάμεις»ή «ότι καίγεται όλη η Ελλάδα» ή στη χειρότερη περίπτωση «θα έρθουμε σε λίγο» αλλά δεν έρχονταν ΠΟΤΕ;
  • Γιατί πρέπει να ουρλιάξουμε στην τηλεόραση για να μας ρωτήσουν που είμαστε για να έρθουν να μας διασώσουν
  • Γιατί η πυροσβεστική έχασε τόσο την αξιοπιστία της;  
  • Γιατί δεν φροντίσαμε να έχουμε ικανούς δημόσιους άρχοντες :

***    δημάρχους σε εγρήγορση, που να γνωρίζουν κάθε συμπολίτη τους, που να έρχονται σε άμεση επαφή με την πυροσβεστική, που να μην δέχονται «όχι» για απάντηση

***     νομάρχες και περιφερειάρχες που να γνωρίζουν καλά τα μέρη τους και να μην τα επισκέπτονται μόνο για ψήφους

***     βουλευτές και υπουργούς που να επισκέπτονται τον «τόπο του φόνου» πριν την καταστροφή και όχι μετά , από δειλία και φόβο

***     δημάρχους που δεν θα χρησιμοποιούν τα κανάλια για να επανεκλεγούν, στρέφοντας το ενδιαφέρον σε «ασύμμετρες απειλές» και ξοδεύοντας τον πολύτιμο χρόνο μας για ανοησίες

***     αρχηγούς κομμάτων που δεν κλαίνε «κροκοδείλια δάκρυα , πονούν και οδύρονται»

***     αρχηγούς κράτους που δεν ντύνονται και μιλούν αλά George Bush για «κινδύνους», αλλά είναι ανίκανοι να δώσουν σωστές διοικητικές εντολές γιατί οι υφιστάμενοι τους δεν τους ακούνε και πρέπει να φύγουν 2 φορές από την Αθήνα για  να επιβλέψουν το έργο της πυρόσβεσης

***     (ικανούς να συνεννοηθούν μεταξύ τους) αρχηγούς των σωμάτων ασφαλείας (πυρο-,στρατούς, αστυ- και τα ρέστα)

Απαντήσεις:

  • Δεν ξαναψηφίζουμε άσχετους, που βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή μας
  • Ενημερωνόμαστε και αναλαμβάνουμε προσωπική ευθύνη για κάθε ενέργεια που μπορεί να βλάψει και άλλους ανθρώπους
  • Προασπίζουμε μόνοι μας την οικογένεια, τα παιδιά, το χωριό, το σπίτι μας

Μηνύματα οργής

  • Πρωθυπουργέ της χώρας, στείλε σπίτι τους ανίκανους υπουργούς σου. Ας παρακολουθήσουν την τραγωδία από την τηλεόραση. Περισσότερα θα προσφέρουν από τον καναπέ τους. ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΦΥΓΕ ΚΑΙ ΕΣΥ ΜΑΖΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΑΝΕΙΣ ΠΑΡΕΑ. Ξερεις εσύ, σε Μπαϊραχτάρη και Ραφήνα.
  • Γεωργάκη, μην περιφέρεσαι. ΠΙΑΣΕ ΜΙΑ ΜΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΒΟΗΘΑ. ΠΙΑΣΕ ΕΝΑ ΚΛΑΡΙ ΚΑΙ ΧΤΥΠΑ. ΠΗΓΑΙΝΕ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΕΙΣ ΤΡΟΦΙΜΑ ΣΤΟΥΣ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΥΣ ΧΩΡΙΚΟΥΣ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΕΣ. Έτσι περιμένεις να γίνεις πρωθυπουργός; Με την αδράνεια;
  • Υπόλοιπα Πολιτικά Ανδρείκελα ( Papastripes, Αλαχού-κοιτώ Αλαβάνο, Χέρι-χέρι Καρατζαφέρη) ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΝΑ ΤΣΟΥΡΟΥΦΛΙΣΤΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΛΟΓΑ, ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΤΕ ΚΑΙ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ αλλιώς μην περιμένετε από εμάς τίποτα!
  • ΣΕ όλους εμάς! Προστατεύστε τα παιδιά γιατί μόνο αυτά είναι το μέλλον.

Να τους μάθουμε να μην πιστεύουν σε κανέναν και τίποτα που προβάλλει την εξουσία του πάνω σε ψυχές, ζώα και πουλιά.

 Να τους μάθουμε πώς να προστατεύονται από την οργή της βιασμένης φύσης,

 πώς να είναι υπεύθυνα, πώς να σέβονται το περιβάλλον και πώς να βοηθούν το γείτονά τους.

 Γιατί αλλιώς, φοβάμαι, πως η ζωή σ' αυτή τη χώρα θα είναι αφόρητη.

 


"ΠΕΘΑΙΝΩ ΩΣ ΧΩΡΑ"

κοινωνία, σκέψεις
r3608252251.jpg

 

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΕ ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΜΑΝΑ

Βρέθηκε απανθρακωμένη με τα τρία παιδιά της στην αγκαλιά. Το τέταρτο λίγο πιο δίπλα. Κι αυτό νεκρό από τις φλόγες που κατάπιαν και ξεκλήρισαν ένα ολόκληρο χωριό. Τη μαρτυρική Αρτέμιδα στα ορεινά της Ζαχάρως. 24 νεκροί ο μέχρι στιγμής απολογισμός, ενώ άλλοι ακόμα αγνοούνται. Και η ιστορία της 36χρονης μάνας, της Αθανασίας Κάρτα, και της οικογένειας της, που αφανίστηκε, να συγκλονίζει το Πανελλήνιο.

Η Αθανασία που είχε διοριστεί πέρσι καθηγήτρια Μαθηματικών και πρόλαβε να διδάξει μόλις ένα χρόνο, έτρεξε να σωθεί από τη φωτιά και βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στην πύρινη λαίλαπα μαζί με τα 4 παιδιά της, την πεθερά της και τον αδελφό της, που ήταν αστυνομικός στην Αθήνα.

Τραγική φιγούρα ο σύζυγος και πατέρας Γιώργος Παρασκευόπουλος, που έχασε γυναίκα, παιδιά και μάνα. Η Αθανασία βρέθηκε νεκρή έχοντας στην αγκαλιά της τον Κωνσταντίνο, το μικρότερο της, τη Μαρία και την Αναστασία. Η Αγγελική, η μεγαλύτερη κόρη, βρέθηκε λίγο πιο μακριά κι αυτή νεκρή. Τα παιδιά ήταν ηλικίας 4έως 15 ετών. Τη μέρα που έγινε το μοιραίο, την περασμένη Παρασκευή, ο πατέρας έμεινε πίσω στο χωριό να σβήσει τη φωτιά γύρω από το σπίτι τους. Έδιωξε τη γυναίκα με τα παιδιά του για να σωθούν. Ο δρόμος όμως παρακάτω είχε κλείσει από δυστύχημα πυροσβεστικού οχήματος με ΙΧ στο οποίο 9 άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους. Το αποτέλεσμα ήταν άλλοι 14 άνθρωποι, μαζί και η Αθανασία με την οικογένεια της, να εγκλωβιστούν. Οι συγχωριανοί τους στην Αρτέμιδα λένε ότι την τραγική στιγμή η Αθανασία πήρε τηλέφωνο τον άντρα της και είπε: «Γιώργο, καιγόμαστε, έπιασε το αυτοκίνητο φωτιά» Κι αυτός της απάντησε: «Βγείτε έξω να σωθείτε». Έτρεξαν στην πλαγιά αλλά τους κύκλωσαν οι φλόγες

Στο χωριό η οικογένεια βρισκόταν για καλοκαιρινές διακοπές. Οι συγγενείς τους δεν μπορούσαν να πιστέψουν την τραγωδία: «Βλέπεις τα ρούχα των παιδιών ακόμα απλωμένα στο σκοινί της μπουγάδας και σπαράζει η καρδιά σου. Τρελαίνεσαι»

Η Αθανασία καταγόταν από την Αρτέμιδα, όπως και ο συζυγός της. Και οι δυο μεγάλωσαν στο χωριό και μετά έφυγαν για την Αθήνα. «Μοναχοκόρη ήταν» λένε οι συγγενείς της. «Πέντε αδέλφια ήταν και μείνανε τώρα τρία αγόρια»

(από την εφημερίδα «Έθνος» Δε 27 Αυγ- ρεπορτάζ : Γιάννης Φώσκολος)

 

ra1796576669.jpg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πρόλαβε μόνο να πει «καιγόμαστε»

Τραγικές φιγούρες οι συγγενείς των θυμάτων που έσπευσαν στον τόπο της τραγωδίας. Τραγική ειρωνεία; το σπίτι της οικογένειας που ξεκληρίστηκε στέκει άθικτο στην Αρτέμιδα με την πόρτα ανοικτή. Σαν να περιμένει και αυτό τα παιδιά να γυρίσουν&

 (από την εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» Δευτ. 27 Αυγ. e-tipos.com )

--------------------------------------------------------------------------------

Ένα μαύρο σύννεφο σκεπάζει τις ψυχές των παιδιών

«Γράψε ότι κλαίω. Γράψε ότι κλαίω πολύ. Έκλαιγα και το μεσημέρι που ήρθε η φωτιά.

 Φώναζα να φύγουμε. Δος μου να σου ζωγραφίσω το μαύρο σύννεφο που σκέπασε ξαφνικά το χωριό.

Έλα μέσα στο σπίτι να κάτσεις κι εσύ μαζί μας, να είμαστε πιο πολλοί.

Γιατί το μαύρο σύννεφο μπορεί να ξαναγυρίσει. Κι εγώ θέλω να φύγω. ΝΑ ΦΥΓΩΩΩ».

 Ο 8χρονος Βασίλης είναι σε κατάσταση σοκ.

Δεν μπορεί να σταθεί στιγμή στο ίδιο σημείο, κλαίει, φωνάζει, αντιδρά σε ό,τι του πει η μητέρα του. Φοβάται και δεν ξέρει τι να κάνει&

------------------------------------------------------------

Χιλιάδες παιδιά που έζησαν και επέζησαν από τις φωτιές θα πάνε σε λίγες μέρες στο σχολείο. Είναι σίγουρο ότι δεν αρκεί να τα υποδεχτούν απλώς οι δάσκαλοι τους. Παιδοψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί θα πρέπει να τα βοηθήσουν να ξεπεράσουν την κατάσταση σοκ στην οποία βρίσκονται επί αρκετές μέρες.

(από την εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» Δε 27 Αυγ)


Κλητός εκ του αγγελου

κείμενα
10084840.BMP

  

 

 

 

 

 

 

      Κλητός εκ του αγγέλου

Σαν μικρό παιδί, θυμάμαι τις καλοκαιρινές μου νύχτες να συνοδεύονται από κραυγές. Ο ύπνος τότε γινόταν μια δύσκολη υπόθεση. Γιατί είχε να κάνει με την διάθεση ενός ανθρώπου που πάλευε σκληρά με τις προσωπικές του Ερινύες, χωρίς να καταφέρει να τις νικήσει ποτέ.

Συνήθιζα να περνάω τις διακοπές μου στο μικρό χωριό, στο κέντρο της πεδιάδας, όπου ζούσαν άνθρωποι επίπεδοι όσο και το έδαφος του τόπου τους. Άργησα πολύ βέβαια να καταλάβω ότι σ' αυτό το μέρος της γης η σκληρότητα του χαρακτήρα, η φαυλότητα και η απανθρωπιά προέρχονταν από την ανία και όχι από την αθωότητα, την άγνοια ή την αφέλεια.

Πρόσφατα μόνο κατάλαβα τι σήμαινε αυτός ο τόπος για μένα. Ποιες ιστορίες είχε φυτέψει βαθιά στη γόνιμη μνήμη της παιδικής μου ηλικίας. Για ποιους φόβους, πόσα φαντάσματα απωθημένα στις πιο σκοτεινές γωνιές του ασυνείδητου ευθυνόταν αυτός ο χώρος, που για την παιδική μου ψυχή ήταν ιερός και καταραμένος ταυτόχρονα. Γιατί ποτέ ως τώρα δεν κατάφερα να απομακρυνθώ από την αρρωστημένη έλξη του. Γι' αυτό και πάντα γυρνώ πίσω...

Περαστική από την αγορά του χωριού, παρατηρούσα με την άκρη του ματιού μου την επικίνδυνη απειλή. Καθόταν σε μια ξύλινη καρέκλα του καφενείου, από εκείνες με το ψάθινο κάθισμα. Τώρα πια δεν μου προκαλούσε φόβο. Φαινόταν τόσο ήσυχος και πράος. Αυθόρμητα σκέφτηκα την εικόνα μιας γάτας που ξεκουράζεται, με βελούδινα πέλματα και φονικά νύχια που  έχει αποσύρει βαθιά μέσα της για να μην αυτοτραυματίζεται και να μην πληγώνει πια τους άλλους.

Ήταν πια αρκετά γερασμένος, μια φιγούρα γραφική και αλλόκοτη, με τη ματιά του προσηλωμένη στο κενό αλλά με ένα βλέμμα σπινθηροβόλο και διαπεραστικό. Η εικόνα του σημάδευε την ψυχή, όπως η πρώτη φορά που βλέπει κανείς την αυτοπροσωπογραφία του Βαν Γκογκ. Φορούσε ένα ψάθινο στρογγυλό καπέλο και ρούχα γκρίζα, με σκισμένο το ρεβέρ του μοναδικού, όπως φαινόταν, παντελονιού του και τα μανίκια του πουκάμισου ξεκούμπωτα να χάσκουν, αποκαλύπτοντας δύο πολύ λεπτά στεγνά χέρια. Το παντελόνι στεκόταν στο ύψος της μέσης με ένα σκοινί δεμένο κόμπους. Είχε λευκά μαλλιά και μια μακριά γενειάδα, αφρόντιστη μα χαρακτηριστική, σαν θύσανο που σκέπαζε το εκφραστικό του στόμα.

Μόνο τα μάτια του σε γύριζαν πίσω σε γεγονότα που αγωνίστηκε να σβήσει από τη μνήμη του και τον βασάνιζαν σαν θεϊκή αποστολή που δεν εκπληρώθηκε....

Η κοπέλα ήταν ήδη εκεί κάθε φορά που έμπαινε εκείνος μέσα στο ναό. Καθόταν κοντά στις αγιογραφίες που κοσμούσαν τον δυτικό τοίχο, δίπλα στο μανουάλι. Το φως των κεριών φώτιζε γαλήνια το πρόσωπό της. Μα εκείνη κοιτούσε πάντα στο πάτωμα, μόλις που διέκρινε τις μύτες των παπουτσιών της. Όχι πως ήταν εκεί με τη θέλησή της, αλλά πίστευε ότι  όφειλε να κάνει ότι της ζητούσε ο πατέρας της. Εκείνος φρόντιζε την οικογένεια, εκείνος την καθοδηγούσε στον σωστό δρόμο της ταπεινοσύνης. Εκείνος έλεγχε την επαφή της με το Θεό, εκείνος την προτιμούσε από την παπαδιά και της ζητούσε να τον ακολουθεί στην εκκλησία όποτε είχε «χρεία  από χείρα βοηθείας», αν και δεν το παραδεχόταν ποτέ πως η βοήθεια της ήταν πολύτιμη.

Ο Παναγιώτης καθόταν στη ανατολική πλευρά της εκκλησίας και παρακολουθούσε τα δρώμενα. Ήξερε καλά όλη την ακολουθία και ήταν σίγουρος πως μπορούσε να την εκτελέσει με κάθε ακρίβεια. Τα μάτια του κοιτούσαν τις κινήσεις του ιερέα, όμως στο νου του αναζητούσε την κοπέλα, που στεκόταν λίγα μέτρα πιο μακριά.

Το μόνο που ήθελε στη ζωή ήταν να πει τ' όνομά της, να κοιτάξει μες στα μάτια της, ν' αγγίξει την άκρη από το φουστάνι της. Δεν τολμούσε τίποτα άλλο. Αλλά ούτε κι αυτό ήταν ικανός να αξιωθεί. Γιατί πίστευε με όλη του την ψυχή ότι έπρεπε να υπηρετήσει το Θεό, με το να κρατηθεί αγνός και να διακονήσει στο λειτούργημα του ιερέα. Έτσι, παρακολουθούσε σιωπηλός, αλλά γεμάτος ένταση για την απόφαση που έπρεπε να πάρει.

 Όταν ο πατέρας ιερουργούσε ήθελε όλοι να τον ακούνε με προσοχή και ευλάβεια, καθώς ήταν απεσταλμένος του Θεού. Όταν εξομολογούσε, έμενε αδιάφορος απέναντι σε κάθε χωρικό που ήθελε να ελαφρύνει την συνείδηση του. Έτσι, χωρίς να πει κουβέντα, έκανε τους φτωχούς ανθρώπους να τον σέβονται και να τον φοβούνται πιο πολύ.

Όσο για την ανοιχτή πληγή της ανθρώπινης συντροφικότητας, πίστευε πως έπρεπε να σφραγιστεί γρήγορα με το αίμα ενός γάμου, που συμφεροντολογικά θα τον κανόνιζε,  ώστε να είναι οικονομικά αποδοτικός και αναμφισβήτητα καρπερός.

«Περιουσία και παιδιά, έτσι κερδίζεις τη θέση σου μέσα στην κοινωνία του Θεού, τέκνον μου» ήταν η συμβουλή του στους νεαρούς άντρες του μικρού χωριού που ζητούσαν την ευχή του για να παντρευτούν την γυναίκα που αγαπούσαν. «Δεν πιστεύω να την άγγιξες με τα χέρια σου, ω βρώμικε χωριάτη...Γιατί αι γυναίκες, προτού έλθουν εις γάμου κοινωνίαν, έχουν το Σατανά ενσωματωμένον στη σάρκα τους...και μπορούν να σε παρασύρουν εις καταστροφήν...Μετά το γάμο, ε, τότε σου ανήκουν, κάμε όπως σε φωτίσει ο Θεός...» τους έλεγε.

Η νεαρή κοπέλα καθόταν μόνη μες στο αφώτιστο δωμάτιο κι αφουγκραζόταν. Ήταν το γλέντι των αρραβώνων της κόρης του γείτονα, στο διπλανό σπίτι. Άκουγε τη μουσική, τόσο δυνατή και έντονη, τόσο ανοιχτόκαρδη, γενναιόδωρη στη χαρά της και διονυσιακή, που βιαστικά έβγαλε τα παπούτσια της. Μένοντας ξυπόλητη, όρθια στη μέση του δωματίου, άρχισε να κάνει στροφές γύρω από τον εαυτό της, αλαφροπάτητα, για να μην τη δει ανθρώπου μάτι και την ακούσει κανένας, ειδικά ο πατέρας της ή η παπαδιά από το διπλανό δωμάτιο. Στροβιλιζόταν και ένιωθε τη μουσική στο σώμα της. Ένιωθε τη μελωδία και το ρυθμό, σαν το αρσενικό και το θηλυκό να σμίγουν και να χάνονται, τη δόνηση να αντηχεί και να εξαφανίζεται, όπως η επιθυμία, έτσι κι αυτή. Ώσπου, ζαλισμένη, έπεσε μες στη μέση του σκοτεινού δωματίου και άρχισε να κλαίει σιωπηλά. Γιατί όλα αυτά δεν τα ζούσε αληθινά, γιατί ήταν όλα μια ψευδαίσθηση.

Διαισθανόταν μόνο ότι η καρδιά του άντρα, κάθε που νύχτωνε, έκαιγε. Εκείνος ήθελε να της μιλήσει. Να την δει μες στο σκοτάδι, να την πάρει μαζί του. Κι αν αυτή δεν ήθελε; Δεν θα την ρωτούσε πια. Ήταν άντρας και ήξερε τι να κάνει. Και ο παπάς; Αν ο Θεός την ήθελε να είναι μαζί του, κανείς άνθρωπος δεν θα τους σταματούσε. Είπε μέσα του «φεύγω» και εννοούσε «πάω να την κλέψω».

Η Αγία Κυριακή βρισκόταν στη θέση της πάνω από τρεις αιώνες, καθαρή και εξαγνισμένη. Εξωτερικά, η λιθοδομή των τοίχων ενίσχυε δυναμικά το χαρακτήρα της ακλόνητης πίστης. Μέσα στο ναό, το ιερό χωριζόταν από το χώρο των πιστών με ένα βελούδινο παραπέτασμα, που συρόταν μπροστά στην πόρτα του ξύλινου τέμπλου. Δεξιά και αριστερά από την «ωραία πύλη», οι βυζαντινοί αρχάγγελοι προανήγγειλαν θεϊκή τιμωρία για τον ανόσιο καταπατητή του ιερού χώρου. Όλες τις εποχές του χρόνου, τα πολύχρωμα γυάλινα παράθυρα άφηναν ελάχιστο φως να εισχωρεί στην καρδιά της εκκλησίας. Όμως έξω, στο φως της ημέρας, το καμπαναριό και ο σταυρός, φρεσκοβαμμένα με λευκό, φωτεινό ασβέστη, τύφλωναν την όραση, αφήνοντας μόνο τα μάτια της ψυχής ορθάνοιχτα και εκστατικά. Εκεί την πήγε εκείνο το βράδυ, όταν με χαμηλή φωνή και μεγάλη προσοχή την τράβηξε μέσα από το σπίτι της. Ήταν ο μόνος γνώριμος τόπος για να συναντηθούν. Στο δρομάκι δίπλα από μια εκκλησία...

Την κράτησε στην αγκαλιά του και της ψιθύρισε μερικές λέξεις. Τότε ακούστηκαν βήματα

 μες το σκοτάδι. Άρπαξε ο ένας τον άλλον και μπήκαν μέσα στο ναό από την πίσω πόρτα. Τα βήματα ακούστηκαν να πατούν σταθερά σε γνωστό έδαφος, έξω από την πόρτα.

«Παιδί μου, μην τον συνερίζεσαι... Είναι κλητός εκ του αγγέλου, δεν θέλει εσένα, ζητεί την ψυχή σου... Φύγε αργά.»

Κοιτάχτηκαν στα μάτια σαν αστραπή, για μια στιγμή μόνο, μα ο άντρας ήταν παράξενα γαλήνιος. Την ώθησε απαλά να βγει έξω για να δει ο πατέρας της ότι ήταν καλά, ενώ ο ίδιος έμεινε μέσα, ζητώντας, χωρίς πράξεις και λόγια, το άσυλο που του έδινε ο ιερός χώρος.

Ήταν μόνο ένας άντρας που θέλησε να διεκδικήσει την γυναίκα που αγαπούσε. Τον ξυλοκόπησαν άγρια γι' αυτό που νόμιζαν ότι πήγε να κάνει. Το μόνο που μπορούσε να διακρίνει κανείς στο μελανιασμένο σώμα του, ήταν τα δυο φωτεινά μάτια του εικοσάχρονου άντρα. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι είχε γίνει πραγματικά.

 Μετά την «ντροπή», η οικογένεια του τον έδιωξε από το χωριό. Δεν ξαναγύρισε παρά μετά τον θάνατο των δυο γονιών του για να ζήσει πια μόνος του στο πατρογονικό σπίτι.

Όταν έφυγε σαν κυνηγημένος, ζήτησε καταφύγιο και κλείστηκε σε ένα μοναστήρι για να υπηρετήσει τον Θεό, που ήταν πια φανερό πως δεν τον προόριζε για απλό άνθρωπο. Μα οι μοναχοί δεν του φέρθηκαν καλύτερα από τους συγχωριανούς του. Τον αντιμετώπισαν σαν μίασμα, σαν αμαρτωλό που δεν διέφερε σε τίποτα από τα κτήνη. Κάποιος μάλιστα, ασυνήθιστος στη μοναξιά ανάμεσα σε τόσους άντρες, προσπάθησε να τον αποκτηνώσει εντελώς, με το πρόσχημα πως ανακάλυψε ότι ήταν και οι δύο άνθρωποι...

Από τότε που βγήκε από εκεί, ένιωθε αποξενωμένος από όλον τον κόσμο. Σιγά-σιγά έχανε τη λογική του, τη συνείδηση της πραγματικότητας. Πάθαινε κρίσεις όπου έβλεπε οράματα και παραληρούσε. Κάθε νύχτα, ούρλιαζε στο φεγγάρι σαν τον μοναχικό λύκο. Έλεγε ότι έβλεπε μπροστά του το ίδιο τον Σατανά. Αυτόν τον δαίμονα της ψυχής απειλούσε της νύχτες. «Θα σε σφάξω, θα σε κάνω κομμάτια, άσε με ήσυχο...» κι ύστερα ηρεμούσε και έκλαιγε σαν παιδί. Και μετά από λίγο άρχιζε πάλι να αλυχτά, βρίζοντας κατάρες για το σώμα του ανθρώπου και την αιώνια ψυχή. «Είναι δική μου, δεν θα μου την πάρεις, διάολε...»

Οι συγχωριανοί του, εκείνοι που πριν τον περιφρονούσαν, άρχισαν να φοβούνται και να μην πλησιάζουν το δρόμο του σπιτιού του. Έτσι δεν είχε πια κανέναν να μιλήσει, ακόμα και τις ώρες που ήταν καλά. Σύντομα, ο νέος άντρας έγινε ο τρελός του χωριού, που όλοι λυπόνταν γιατί ήξεραν την ιστορία του. Ντυμένος με ράσο, τριγύριζε με ένα γαϊδουράκι, δούλευε σε καλλιεργημένα χωράφια και μιλούσε στον εαυτό του.

Μα εκείνος, προτού γυρίσει πίσω στην πατρίδα για να διαλέξει την αποστολή του, είχε σπουδάσει στην Αθήνα. Μπορούσε άριστα να διδάξει στην καθαρεύουσα, την επίσημη γλώσσα της εποχής. Όταν, όμως, ένιωθε την αύρα της κρίσης να τον κυριεύει, ζητούσε από τον μοναδικό γείτονα με τον οποίο επικοινωνούσε, να φύγει, μην τύχει και του κάνει κακό. «Φύγε, Αθανάσιε, ύπαγε εις την οικία σου τώρα, παρακαλώ σε...»

 Όταν ήταν καλά, άφηνε κάθε παιδί που είχε το θάρρος να φτάσει ως την πόρτα του, να μπει μέσα και το βοηθούσε, χωρίς αμοιβή, στις εκθέσεις του γυμνασίου. Γρήγορα κέρδισε την εμπιστοσύνη των παιδιών και κατάφερε να τον σέβονται σαν καθηγητή. Οι γονείς των παιδιών, για να τον βοηθήσουν, άρχισαν να τον χρησιμοποιούν στις αγροτικές δουλειές σαν εργάτη. Τον πλήρωναν με το ίδιο μεροκάματο που έδιναν και στους ξενομερίτες, δεν δεχόταν δραχμή παραπάνω. Μερικοί του άφηναν φαγητό έξω από την πόρτα του σπιτιού, αλλά εκείνος μέσα στις σκοτεινές μέρες των κρίσεων του και για την περηφάνια της νεανικής ζωής του, δεν άνοιγε για να δεχτεί την ελεημοσύνη.

Μα όταν ούρλιαζε τις καλοκαιρινές νύχτες, όλο το χωριό ξενυχτούσε με την αγωνία του. Πολλοί από τους γείτονες  τον χτύπησαν, άλλοι τον καταράστηκαν, γιατί έδινε κακό όνομα στην γειτονιά και τρόμαζε τα μωρά παιδιά τους. Θέλησαν να τον φιμώσουν, να τον κλείσουν σε άσυλο, να τον διώξουν. Αλλά αυτός δικαιωματικά έμενε εκεί, επιμένοντας. Άλλωστε, κανείς δεν σκέφτηκε πως δεν είχε πουθενά να πάει. 

Δεκαετίες που πέρασαν και ανάγκασαν τα παιδιά του χωριού να φύγουν για μια καλύτερη τύχη στην πρωτεύουσα, δεν κατάφεραν να σβήσουν την ιστορία από τα χείλη των γερόντων, εκείνων που δεν έφυγαν ποτέ. Αυτή τη σκληρή κληρονομιά της αγάπης αφήνουν στα εγγόνια τους, αν και λίγοι μπορούν να διηγηθούν την ιστορία με κάθε λεπτομέρεια. Γιατί μόνο οι δύο που την έζησαν ξέρουν  τι είπε ο τρελός στην κοπέλα μέσα στην εκκλησία...

 «Κάποτε θα σε φέρω εδώ και θα είσαι δική μου. Όταν ο πατέρας συμφωνήσει...»


Αιώνια πληρωμή

κείμενα

Τα μάτια που κοιτούν επίμονα, γλυκά, νοσταλγικά είναι η μόνη αληθινή επικοινωνία ανάμεσα σε μια γυναίκα κι έναν άντρα. Χωρίς λόγια, γεμάτα συναίσθημα, ζητούν ανταπόκριση και όταν δεν υπάρχει, γεμίζουν οργή και πίκρα. Ακόμα κι αν ο σύντροφος μπορεί να δηλώνει απών, οδυνηρά παρών κι αδιάφορος ή να 'ναι αιώνια χαμένος, πάντα είναι η ματιά που επιμένει, ντύνεται τη λαχτάρα της επικοινωνίας και περιμένει την επιθυμία να πραγματοποιηθεί.

&Κοίταξε στα μάτια την Αγγελική και της είπε «τελειώσαμε». Εκείνη τον κοιτούσε παραξενεμένη. Σαν να μην κατάλαβε τι εννοούσε. Όμως, όταν εκείνος γύρισε να φύγει και όσο απομακρυνόταν αρκετά, δεν έκανε τίποτα να τον σταματήσει, να τον κρατήσει εκεί. Σχεδόν δεν ήξερε τι είχε μόλις συμβεί, δεν αντέδρασε, δεν φώναξε, δεν είπε τ' όνομά του.

Τις επόμενες μέρες τις πέρασε λέγοντας από μέσα της: «τι κρίμα». Αναρωτιόταν επίμονα: «γιατί;». Δεν μπορούσε να απαντήσει. Ήταν δικό του προσωπικό θέμα. «Δικό του» μόνο. Τόσα χρόνια μαζί, δεν ήταν πια μόνοι. Πως μπορούσε να είναι μόνο δικό του, κάτι που το περνούσαν και οι δύο. Που ήθελε, που του ζητούσε να το μοιραστεί μαζί της. Που όμως εκείνος δεν ήθελε να μιλήσει γι' αυτό. Ποτέ, για κανέναν λόγο. «Γιατί;»

Εκείνη άρχιζε, συνέχιζε και τελείωνε κάθε μέρα της όπως την προηγούμενη. Ρουτίνα, που όμως την αγκάλιαζε προστατευτικά. Δούλευε τώρα πιο εντατικά και δεν πήγαινε σπίτι της προτού πέσει ο ήλιος. Δεν σκεπτόταν τίποτα, δεν θυμόταν τίποτα. Δεν είχε χρόνο. Ούτε για εξόδους, ούτε για φίλους. Τέρμα, τώρα θα κοιτούσε μόνο τη δουλειά της. Το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή. Η προσπάθεια, η αναγνώριση, το επίτευγμα, η τιμή. Κι εκείνος;

Για μήνες, δεν πέρασε ούτε ένα βράδυ που να μην κοιμήθηκε με δάκρυα στα μάτια. Με το κλάμα παρηγορούσε τον εαυτό της σαν παιδί, ώσπου την έπαιρνε επιτέλους ο ύπνος. Όχι τόσο σωματικά κουρασμένη, όσο συναισθηματικά εξουθενωμένη.

Κι εκείνος; Που ήταν, τι έκανε, που δούλευε, με ποιόν μιλούσε τώρα; Τι έκανε τις ελεύθερες ώρες του, εκείνες που περνούσαν μαζί; «Γιατί;»

«Δεν μπορώ να τον πιέσω τώρα που περνάει δύσκολες ώρες. Δεν πρέπει να του μιλήσω.» Μα τι ήταν τόσο σημαντικό που δεν μπορούσαν να ήταν πια μαζί; Τι τον απομάκρυνε τόσο ξαφνικά; «Γιατί;»

Την ίδια στιγμή, αναρωτιόταν. «Μα γιατί να βρίσκομαι πάλι σε αδιέξοδο, γιατί δεν μπορώ να έχω έρωτες φυσιολογικούς, με φυσιολογικούς ανθρώπους, όπου όλα έρχονται φυσικά και εύκολα; Γιατί να μην συμβιβαστώ με μια ζωή ευχάριστη, όπου την κάθε μέρα ακολουθεί μια άλλη ολόιδια ή ακόμα πιο ενδιαφέρουσα; Γιατί να αφήνω να με κατακλύζει τόσο συναίσθημα, να μπλοκάρει τις αισθήσεις, τη λογική, την επίγνωση του μάταιου, την αίσθηση της γνώριμης μοναξιάς που θα έλθει πάλι σαν πρώτα...»

Πολλούς μήνες μετά, εκείνος επικοινώνησε με την Αγγελική, για να δει αν είναι καλά. Εκείνη του ζήτησε να τον δει. «Τώρα;» - «Ναι!»

Όταν συναντήθηκαν, στέκονταν αμήχανοι σαν άγνωστοι. Τόσα χρόνια χαμένα. Αντάλλαξαν τα νέα τους. Χαμογέλασαν  φιλικά. Κανείς δεν δέχτηκε να γυρίσει το χρόνο πίσω, ούτε για ένα λεπτό. Όχι άλλη ευκαιρία. Καλύτερα έτσι.

«Θα μου πεις τι έγινε τελικά; Γιατί;» Τα πράγματα γίνονταν πιο απλά όταν τα κοιτάς από απόσταση. «Έχασα τη δουλειά μου. Έχασα το στόχο μου. Έχασα τη στήριξη των φίλων μου. Έχασα την εμπιστοσύνη της οικογένειάς μου. Έχασα εσένα.» Έτσι απλά.

Νόμιζε ότι τον αγαπούσε. Δεν κατάλαβε έγκαιρα πόσο σημαντική είναι η εργασία για έναν άντρα. Πόσο σφιχτά δένει τον ιστό της ζωής του και πόσο χαμένος νιώθει όταν δεν αναγνωρίζεται η αξία του, παρά όλη την προσπάθεια. Χώρισαν. Και έφταιγε κι η Αγγελική γιατί δεν ένιωσε όπως ένιωθε εκείνος, έστω και για μια στιγμή. «Τι κρίμα!»

Ζήτησε από τη Χρύσα να συναντηθούν μακριά από το σπίτι τους, μετά τη δουλειά, στο αγαπημένο τους καφέ. Για μια στιγμή, τα μάτια τους συναντήθηκαν όταν βρέθηκαν και οι δυο εκεί, μετά χάθηκε το βλέμμα του καθενός, κοιτώντας το κενό εντός του.

Σε όποιον κι αν ανήκε η επιλογή του τέλους, γι' αυτόν ήταν το τέλος μιας πανέμορφης νύχτας με μια ηλιόλουστη ανατολή να ακολουθεί, ενώ για εκείνη ήταν ένα μωβ λυκόφως απογεύματος που θα γινόταν νύχτα σκοτεινή. 

Η ψυχή της ήταν έτοιμη να σπάσει, η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, παρακολουθώντας το θέατρο της σιωπηλής αποξένωσης. Εκείνος έφευγε σιγά-σιγά, όπως η άμμος γλιστράει αθόρυβα μέσα σε κλεψύδρα. Εξαφανιζόταν, αναλωνόταν από το δικό του όνειρο ευτυχίας, από τις δικές του σκέψεις και προσδοκίες. Κολυμπούσε σε μια σταγόνα μόνο λύπης που δεν τον έπνιξε, αν και αναγκάστηκε να την δει ξανά. Όχι για να της εξηγήσει, αλλά για να της δείξει χωρίς λόγια, με νοήματα, πως ήταν ήδη αλλού. Θλιβερό καθήκον, αλλά τελείωσε γρήγορα σε αντίθεση με την αργή, σταδιακή φυγή του.

Η Χρύσα είδε τις επόμενες μέρες τη ζωή της να αλλάζει, να χάνει  βίαια αυτό το προστατευτικό κουκούλι που την κρατούσε άνετα μουδιασμένη και αδιάφορη για κάθε έγνοια και φροντίδα. Έπρεπε να αλλάξει σπίτι, να βρει δουλειά, να στηρίξει τα παιδιά της, να ενημερώσει φίλους και γνωστούς και να ζητήσει τη βοήθεια της οικογένειάς  της, για πρώτη φορά, εδώ και πολλά χρόνια.

Και έπρεπε να ξεχάσει εκείνον και την εικόνα της ευτυχισμένης οικογένειας που φανατικά είχε καλλιεργήσει τόσα χρόνια. Ήξερε ότι αυτό ήταν δύσκολο αλλά νόμιζε ότι γάμος σημαίνει να μοιράζεσαι τα πάντα με το σύντροφό σου. Πουθενά το εγχειρίδιο δεν έλεγε τι να κάνεις, αν εκείνος επιλέξει μια άλλη γυναίκα αντί για σένα και αποφασίσει ξαφνικά να σε αφήσει να πάρεις την συνολική ευθύνη του μεγαλώματος των παιδιών «γιατί εσύ τα καταφέρνεις καλύτερα». Κοινώς να εξαφανιστεί από τις ζωές σας, για να ζήσει ελεύθερος τον έρωτά του «αλλού».

Κάπου στην πορεία της προσπάθειας να ξανακερδίσει την ποιότητα της ζωής της, ένιωσε τόσο πελαγωμένη, προδομένη και αδύναμη που σκέφτηκε να τα παρατήσει. Δεν είχε πια ένα άνετο παρελθόν, που της πρόσφερε ανακούφιση σε κάθε συναισθηματική αναστάτωση, ενώ, την ίδια στιγμή, το ίδιο το μέλλον ήταν αβέβαιο. Έξω από το παράθυρο ήταν ακόμα νύχτα.

Της είχε απομείνει λοιπόν μόνο το παρόν, για να το διαμορφώσει όπως ήθελε η ίδια για τον εαυτό της και τα παιδιά. Κι αυτό της ήταν σίγουρα αρκετό για να την κάνει να χαμογελάσει και να νιώσει πολύ δυνατή, σίγουρη για τις επιλογές της.

Την τελευταία φορά που η Λένα κοίταξε τα μάτια του, ήταν εντελώς άδεια. Άρχισε  να τρέμει ολόκληρη, αλλά όχι με εκείνο το ρίγος που συγκλόνιζε το κορμί της κάθε φορά που τον ένιωθε κοντά της, δίπλα της, επάνω της, μέσα της. Τώρα ένιωθε για τα καλά την παγωνιά της απόστασης, χωρίς όμως να συνειδητοποιεί εντελώς πως της έλειπε. Έφυγε, τον έχασε, δεν της ανήκει πια, σκέφτηκε...

Δεν ήξερε τι να κάνει, για την ακρίβεια ένιωσε την γη να καταρρέει κάτω από τα πόδια της και μια τεράστια καταπακτή να ανοίγει για να την καταπιεί, όπως ακριβώς όταν κρεμούν έναν μελλοθάνατο στην αγχόνη και μετά παρακολουθούν όλοι την τελευταία απελπισμένη του προσπάθεια να πάρει ανάσα, με τα πόδια του να αιωρούνται στο κενό. Έχει χαθεί, δεν είναι τίποτα χωρίς αυτόν, σκέφτηκε...

Ήταν παγωμένος σαν καθαρό κρύσταλλο και την κοιτούσε με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο, σαν να ήθελε να γλυκάνει την καταστροφή. Ήταν απολύτως σιωπηλός, μα το ήρεμο πρόσωπό του δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του για το που θα πήγαινε μετά από εδώ.

Εκείνη άρχισε να αναλογίζεται το παρόν και σιγά-σιγά να νοσταλγεί το παρελθόν και παράλληλα να γλιστράει στο μέλλον: όλες αυτές οι θαυμάσιες, εκλεκτές στιγμές που είχε στο μυαλό της γι' αυτούς τους δυο, δεν θα έρθουν ποτέ. Νιώθει σαν να την τυλίγει βελούδο και ανατριχιάζει στην ιδέα. Θα ήθελε να την αγκαλιάζει εκείνος.

Η ψυχή της όλη ξεριζώνεται από το σώμα της, σκέφτηκε...Στο εξής τα δύο συστατικά της προσωπικότητάς της θα ακολουθούν δρόμους ξεχωριστούς. Η ψυχή πενθεί για την απώλεια του αγαπημένου και το σώμα συρρικνώνεται και μαραζώνει, αρνείται να ανθίσει ξανά.

Κάθε φορά που κοιτούσε τα μάτια του, γεννιόταν μέσα της μια ελπίδα για το μέλλον. Στροβιλίζονταν στο μυαλό της χίλιες λέξεις που ήθελε να του πει, προτάσεις για να έρθουν πιο κοντά, ιδέες για να απολαύσει ο ένας τον άλλον περισσότερο, μια ώρα ακόμα, λίγα λεπτά, τίποτα...Ακόμα και ο χρόνος σταμάτησε και δεν πρόλαβε να κάνει διάλογο μαζί του.

Η Λένα φόρεσε με αργές, παγωμένες κινήσεις το μαύρο παλτό της. Έκλεισε την πόρτα πίσω της, απέφυγε τους συγγενείς με τα δάκρυα στα μάτια, συνέχισε να περπατάει στο διάδρομο αργά, πέρα από κάθε φυσική αίσθηση.

Τον άφησε εκεί, πίσω της. Ήθελε τόσο να πάει κάπου, όπου να μπορεί να τον συναντήσει ξανά, να δει το χαμόγελό του, να ακούσει λίγες κουβέντες από το στόμα του. Ήξερε ότι τελείωσε και ότι έπρεπε να συνεχίσει με τη ζωή της. Όμως άλλα απαιτούσε ο νους της και άλλα ήθελε το σώμα και η ψυχή της.

Τόσες μέρες περίμενε το τέλος να έρθει γλυκά και λυτρωτικά, για να υπογραμμίσει τη μεγαλοσύνη του τέλειου θανάτου του αγαπημένου της. Το αντιμετώπιζε σαν ένα γεγονός αναπόδραστο, μαθημένη όπως ήταν, εδώ και πολλά χρόνια, στις δυσκολίες της ζωής. Είχε φροντίσει να ενημερωθεί πολύ καλά γι' αυτό το είδος του καρκίνου: η κατάληξη ήταν σύντομη και ανώδυνη, απογείωση σχεδόν μέσα σε σύννεφα μορφίνης, μετά από ένα βραχύ κώμα. Δεν ήθελε τίποτα περισσότερο από το να τον ακολουθήσει...

Πλησιάζοντας το παράθυρο του χώρου αναμονής στον έβδομο όροφο, είδε πως είχε πια ξημερώσει. Θα ήταν σίγουρα μια ηλιόλουστη, ζεστή μέρα, από αυτές που σε κάνουν να ελπίζεις ότι η ζωή συνεχίζεται... Το φως την έκανε να κλείσει ενστικτώδικα τα μάτια της. Και τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα.

Κάποτε ρουφούσε τις πρωινές αχτίδες του ήλιου μέσα από τα μάτια του, που χαμογελούσαν σχεδόν πάντα. Δεν ήταν  κρίμα τώρα να κλαίει τόσο τιποτένια δάκρυα για έναν τόσο χαμογελαστό άνθρωπο; Δεν είναι τρόπος αυτός για να τον θυμάται : μόνο, σε ένα κρεβάτι από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει. Η Λένα ξεκίνησε να φύγει με σταθερά βήματα από το νοσοκομείο. Έζησε μια ολόκληρη ζωή μαζί του μέσα σε λίγα χρόνια κι αυτό δεν θα το ξεχάσει ποτέ...

Το πώς νιώθει μια γυναίκα όταν χάνει το ενδιαφέρον του γι' αυτήν ο σύντροφός της, όταν τη θεωρεί μια από τις προτεραιότητες του, όταν την χάνει ενώ την έχει ήδη κερδίσει, είναι η δική της αιώνια πληρωμή στο σύμπαν των συμπτώσεων. Μελαγχολεί, θρηνεί και μισεί, γιατί μέσα της γνωρίζει. Πως δεν θα αναζητήσει ποτέ ξανά την αγάπη σε ανθρώπους που δεν μπορούν να ανταποδώσουν όλον τον κατακλυσμό σταγόνων από συναισθήματα, που πότισαν συστηματικά και καλλιέργησαν το διψασμένο, ξηρό τοπίο της πεζής καθημερινής τους ζωής.

Γιατί τα συναισθήματα, τα δάκρυα που δροσίζουν τα ξαναμμένα μάγουλα μιας γυναίκας όταν ο σύντροφος που διάλεξε δεν υπάρχει πια, είναι η αιώνια πληρωμή για την δική της ευαίσθητη, γλυκιά ψυχή. Γνωρίζει απλά ότι έχει ήδη κερδίσει όλα όσα είχαν πριν χαθεί...     

 j0318056.gif

το sync προφίλ μου

Today

κείμενα

J3036041[1].jpg

 

Ξύπνησε πάλι λουσμένη σε κρύο ιδρώτα αγωνίας, μέσα στη μέση της νύχτας. Κάθε βράδυ στο ίδιο έργο θεατής.

«Εφιάλτης ήταν,όχι πραγματικότητα. Πρέπει να ηρεμήσω, πρέπει να ηρεμήσω, πρέπει να κοιμηθώ ξανά. Πρέπει να γίνουν πολλά αύριο...»

 

Το άγχος δεν την άφηνε να κοιμηθεί. Πάντα είχε αϋπνίες, από μικρό παιδί. Συγκέντρωνε στο μυαλουδάκι της τα άγχη της ημέρας, της εβδομάδας, του μήνα, τα δικά της, της φίλης της, του αδελφού της, του μπαμπά και της μαμάς της και τα αγκάλιαζε σφιχτά σαν παράξενο αρκουδάκι. Δεν μπορούσε  να κοιμηθεί τις νύχτες...αν και ήταν οχτώ- εννιά χρονών.

 

Οι γονείς παρατηρούσαν για λίγο το παιδί τους να ξαγρυπνά, το νουθετούσαν με ένα «κοιμήσου τώρα!» και μετά κοιμόνταν τον ύπνο του δικαίου και της αδιαφορίας. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί είχαν ένα κοριτσάκι που δεν ήταν ανέμελο. Γιατί  προσπαθούσε το παιδί τους να λύσει τα προβλήματα που δεν μπορούσαν εκείνοι: οικονομικά, κοινωνικά, οικογενειακά, ερωτικά, ψυχολογικά...

 

Μόνο που η μικρή ένιωθε απροστάτευτη και προβληματισμένη μπροστά στις επιλογές των γονιών της. Δεν ένιωθε καθόλου ανέμελη, ένιωθε την ευθύνη του κόσμου σαν βάρος που έπεφτε στους δικούς της ώμους. Και ξαγρυπνούσε ανήσυχη, άλλοτε διαβάζοντας και άλλοτε ονειροπολώντας, μήπως βρει λύσεις σε προβλήματα που ξεκίνησαν άλλοι. Ζούσε από τότε με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να σώσει τον κόσμο, μόνη της, με οργανωμένες κινήσεις με επιμονή και μετά από πολλή σκέψη.

 

Κι όμως τίποτα από όλα αυτά δεν την βοήθησαν να δώσει νόημα στις βιαστικές, χωρίς ορίζοντες, επιλογές των γονιών της, στις λύσεις που αποσκοπούσαν στην επιβίωση και μόνο, που εμποδίζονταν από ψυχολογικά προβλήματα, από παλαιούς ανεξόφλητους λογαριασμούς με ανεκπλήρωτους έρωτες και πικραμένες ερωμένες, αλλά και μια «αίσθηση υποχρέωσης και οφειλής στην κοινωνία για ολόψυχη στράτευση, για τον αγώνα τον καλό.» Κάπως έτσι τα προβλήματα του πλανήτη ήταν πιο συχνό θέμα συζήτησης στο τραπέζι από τα καθημερινά προβλήματα της οικογένειας. Και γι΄ αυτό δεν λύνονταν ποτέ...

 

Και το παιδί συνέχιζε άυπνο την μοναχική του αποστολή να σώσει τον κόσμο...

 

Η μόνη εποχή που ή αϋπνία άλλαξε μορφή σε γλυκιά προσμονή και θεραπεύτηκε ως δια μαγείας ήταν όταν ξαγρυπνούσε, πολλά χρόνια μετά, στην αγκαλιά του συντρόφου της...Δεν αποζητούσε  πια την χαλάρωση του ύπνου, όσες νύχτες και αν ζούσε άυπνη και ερωτευμένη ήταν πάντα γεμάτη ενέργεια και χαμόγελα το επόμενο πρωί. Όλα καλά...

 

Από τότε πέρασαν δεκαετίες, παντρεύτηκε, έφερε στον κόσμο το γιό της, χώρισε...κι άρχισε πάλι το παλιό μοτίβο της αγχώδους αγωνίας να επικρατεί στον ύπνο της.

 

Ξαγρυπνούσε ξανά, όπως τότε που ήταν μικρή. Σαν σιωπηλή αγρυπνία στη χαμένη της παιδική ηλικία, την εφηβεία, τα χρόνια που πέρασαν και έφυγαν ενώ εκείνη ήταν απασχολημένη όχι με την επιτυχία και την επίτευξη στόχων αλλά με  το να ζήσει μια ακόμα μέρα. Προσπαθώντας να λύσει το κουίζ των συνεχόμενων προβλημάτων στη ζωή.

 

Μόνο που τώρα, τα προβλήματα ήταν διαφορετικά, πιο σοβαρά. Σαν οξύ κατέτρωγαν την υγεία της και συντόμευαν σιγά- σιγά τον χρόνο ζωής της. Αυτής της ζωής που δεν είχε ζήσει...

 

Σε όλη της την ζωή ήταν συγκρατημένα αισιόδοξη. Περίμενε πάντα ότι μετά από μεγάλη προσπάθεια, κάτι θα αλλάξει προς το καλύτερο, ένα «κλικ» αριστερά και θα φωτιστούν λίγο διαφορετικά τα πράγματα, ένα χαμόγελο, έστω ειρωνικό, που σαν αχτίδα από φως θα μπορούσε να κινητοποιήσει την αυριανή προσπάθεια να κερδίσει τη ζωή της.

 

Μέχρι εκείνη την ημέρα που πήγε με την καλύτερη φίλη της , γελώντας και κάνοντας αστεία, να πάρει τα αποτελέσματα των εξετάσεων από το νοσοκομείο. Η νοσοκόμα της είπε ότι ο γιατρός ήθελε να την δει ιδιαιτέρως...

 

Η φίλη της ήξερε ότι ήταν πάντα ψύχραιμη, ότι άντεχε σχεδόν τα πάντα. Αλλά είδε και τη ματιά της που σκοτείνιασε μέσα σε δυο δευτερόλεπτα. Το στόμα της κρατούσε σφιχτά το παλιό χαμόγελο, μα τα μάτια της ήταν ήδη φευγάτα.

 

Τότε της έπιασε το χέρι δυνατά και μπήκαν  στο ιατρείο για να αντιμετωπίσουν το «δήμιο με τη λευκή μπλούζα». Η εξέταση ήταν «θετική», η μαστογραφία «έδειχνε ίχνη», η βιοψία ήταν «επιβεβλημένη», ίσως και η μαστεκτομή «απαραίτητη». Μετά θα δούμε...Οι δύο φίλες έφυγαν αμίλητες, με τα χέρια τους σφιχτά πιασμένα και τις ψυχές τους μουδιασμένες και βουτηγμένες στην  απελπισία.

 

Εκείνη έσπασε τη σιωπή, με το που βγήκαν από την πύλη του νοσοκομείου. «Θέλω να δω το παιδί, να το πάρω από το σχολείο...να είμαστε μαζί!» Από εκείνη τη στιγμή, η μόνιμη απάντηση των δικών της ανθρώπων ήταν πάντα ένα μελιστάλαχτο «ό,τι θες εσύ». Όλοι την αντιμετώπιζαν σαν μελλοθάνατη, ενώ ακόμη ζούσε.

 

Κανείς όμως δεν ένιωθε ουσιαστικά τον πόνο της για τον ακρωτηριασμό του κορμιού της. Κανείς δε ζούσε την αγωνία της για την απώλεια του στήθους ως συμβόλου θηλυκότητας. Κανείς δεν αναρωτιόταν πως ένας μελλοντικός σύντροφος χωρισμένης γυναίκας θα την αντιμετώπιζε ή θα την απέρριπτε. Κανείς δεν μοιραζόταν το φόβο για το μέλλον του γιου της, τι θα γινόταν αν δεν ήταν εκεί να τον μεγαλώσει, έπρεπε να παλέψει, κι όμως ποιος θα ήταν κατάλληλος για εναλλακτικός γονιός;

 

Άρχισε σιγά- σιγά, οδυνηρά, μοναχικά, όλες τις ατέλειωτες ώρες αναμονής πριν και μετά το χειρουργείο, να συνειδητοποιεί ότι ίσως ο θάνατος να είχε ήδη ξεκινήσει να έρχεται να την συναντήσει.

 

Και τότε οι αϋπνίες χτύπησαν πάλι την πόρτα του μυαλού της και μπήκαν απρόσκλητες. Μαζί με δεκάδες αρνητικές ιδέες και μια «μαύρη κυρία», που έπρεπε να την είχε διώξει, την κατάθλιψη. «Πρέπει να κοιμηθώ ξανά, πρέπει να νανουρίσω τους φόβους μου σαν μικρό παιδί...Αύριο έχω πολλά να κάνω...»

 

Ώσπου μια μέρα το αύριο ήρθε απότομα πιο κοντά. Μετά την χημειοθεραπεία, τα γόνατα της λύγισαν, κάπου ανάμεσα σε δύο επισκέψεις στην τουαλέτα για εμετούς. Δεν είχε τίποτα άλλο να περιμένει, τίποτα άλλο να ελπίζει...κι έτσι ζήτησε από το θεό να πεθάνει εκεί που βρισκόταν, έτσι απλά.

 

 Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε πατέρας, μητέρα, παιδί, φίλη, σύντροφος που να μπορούσαν να την κρατήσουν  εκεί. Δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο. Δεν είχε νόημα η εξάντληση κι ο πόνος, δεν είχε αύριο. Παρακάλεσε απλά να κοιμηθεί και να μην ξυπνήσει...

Μετά πήγε στο κρεβάτι και κουλουριάστηκε στη στάση ενός συστρεφόμενου εμβρύου. «Ξαναγυρίζω στην αρχή...σβήστηκαν όλα...ζητώ συγγνώμη θεέ μου, γιατί νόμιζα ότι ήμουν ο σωτήρας του κόσμου...τίποτα...ούτε τον εαυτό μου δεν μπορώ να κρατήσω ζωντανό...»

 

Άρχισε να κλαίει χωρίς δυνάμεις, χωρίς λυγμούς, χωρίς εξάρσεις. Σιωπηλά σαν να κρατούσε την ψυχή της στα χέρια της σαν μωρό και φοβόταν να μην την ξυπνήσει. Όταν ξύπνησε ήταν πια το επόμενο πρωί.

 

Ένιωσε το βάρος του γιου της που κάθισε πάνω στο κρεβάτι της. Ακούμπησε την παλάμη του στο μέτωπο της και περίμενε κρατώντας την αναπνοή του να ακούσει την ανάσα της για να βεβαιωθεί ότι είναι ζωντανή. Τότε άνοιξε τα μάτια της, είδε το φως να μπαίνει διακριτικά μέσα στο υπνοδωμάτιο, μετά αντίκρισε τα ανήσυχα μάτια του γιου της... σχεδόν όλη της η ζωή απέκτησε νόημα, το άγχος και η αγωνία βρήκαν δικαιολογίες...τίποτα δεν είχε σημασία πια...ένα ακόμα πρωί σημαίνει μια ακόμα μέρα. Μαζί με το γιό της.

 

Ανασηκώθηκε αργά, όπως και να χει πέρασε μια δύσκολη νύχτα. Του χαμογέλασε κι ως απάντηση έσκασε ένα φευγάτο χαμόγελο κι εκείνος. Αμέσως μετά κοίταξε χαμηλά, μπορεί και να ντράπηκε για τη σκέψη που έκανε νωρίτερα ότι ίσως να ήταν νεκρή. Ανοίγοντας τα μάτια διάπλατα, του είπε: «κερνάω παγωτό, που θέλεις να πάμε σήμερα;». Ο γιος της είπε κάτι σαν «μα έχω σχολείο, θα έρθει η γιαγιά να με πάει σε λίγο» χαμηλόφωνα.

«Δεν πειράζει δεν θα τους λείψεις για μια μέρα. Σήμερα θα πάμε όπου θες εσύ, για να είμαστε μαζί, εντάξει;» είπε και του χάιδεψε τα μαλλιά, ενώ το παιδί την κοιτούσε απορημένο. «Νιώθω καλά σήμερα...επιτέλους κοιμήθηκα...»

 

 

                                                     j0318055.gif      


Μαύρο Στήθος

κοινωνία

                                waiting%20to%20play.jpg

  Το μεσημέρι δούλευα στο περίπτερο. Ευθεία μπροστά, στο άχαρο οπτικό μου πεδίο, ήταν ξαπλωμένη στο τσιμεντένιο πεζοδρόμιο, μέσα στη ζέστη της λεωφόρου, μια τσιγγάνα με τρία παιδιά. Δεν ζητούσε ελεημοσύνη, ήταν απλά κουρασμένη. Ένα από τα παιδιά πλησίαζε τα αυτοκίνητα και επαιτούσε στους οδηγούς που σταματούσαν στο φανάρι. Πριν βγει, η μητέρα του έριξε στις παλάμες νερό για να πλύνει το μουτράκι του, να μην ζητιανεύει βρώμικος. Αυτός ήταν ο Γιώργος, που ήταν πέντε χρονών, που χαμογελούσε πονηρά και το μεσημέρι δεν έφαγε τίποτα. Το ξέρω γιατί ήμουν εκεί.

  Ο "Νίκο" ήταν ο άντρας της οικογένειας, το μεγαλύτερο παιδί, στα έξι του. Είχε κουραστεί απ' το πρωί και κοιμόταν στη σκιά του δέντρου. Ήταν ένα ευτυχισμένο τσιγγανόπουλο με μαύρα πόδια, που πρόλαβε να φάει δυο μπισκότα για τροφή, πριν τον πάρει ο ύπνος. Η μητέρα του δεν έφαγε τίποτα, απλά ακουμπούσε το σώμα της στο δέντρο που κρατούσε σκιά στο περίπτερο. Την είχε χτυπήσει η ζέστη, έπαιρνε βαθιές αναπνοές και σε λίγο αποκοιμήθηκε και έπεσε στο χώμα. Στην αγκαλιά της είχε ένα παιδί. Ήταν κοριτσάκι, «το λένε Άντζελα και είναι ενάμισι χρονού.» Το ξέρω γιατί τη ρώτησα.

  Το μωρό έψαχνε να βρει το σίγουρο φαγητό του μέσα στο βρώμικο ινδικό πουκάμισο της μάνας του. Της άνοιξε ένα κουμπί ενώ κοιμόταν, αποκάλυψε το στήθος και βάζοντας τα χειλάκια του στη θηλή, άρχισε να τρέφεται. Πριν προλάβει να τελειώσει το γεύμα του, αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά της μητέρας του. Αγκαλιασμένες, γυμνές κατάχαμα, το ξανθό μωρό και η τσιγγάνα με το μαύρο στήθος ήταν το θέαμα της ημέρας που παρακολουθούσαν όσοι σταματούσαν εκείνο το μεσημέρι του Ιουλίου στο φανάρι της λεωφόρου και ηδονίζονταν με την κατάντια των άλλων.

  Λίγοι δάκρυσαν καθώς θεώρησαν το στιγμιότυπο μια υψηλής αισθητικής αξίας ανθρώπινη στιγμή αθλιότητας. Άλλοι ψιθύρισαν ότι δεν έχουν ξαναδεί πιο βρώμικο πεζοδρόμιο και πως έτσι θα χάσω όλους τους πελάτες μου, αν συνεχίσω να τους αφήνω να μένουν εκεί. Θεώρησαν επίδειξη δύναμης να βρίσουν το κοιμισμένο σκουπίδι για να το αναγκάσουν να πάει σπίτι του. Το "σπίτι" της όμως ήταν μια σκηνή στα Νέα Λιόσια, πολύ μακριά από το μέρος που βρισκόμασταν. Θα της έπαιρνε ώρες να γυρίσει πίσω. Το ξέρω γιατί μου το είπε.

  Μου είπε ακόμη ότι είμαστε συνομήλικες. Με ρώτησε αν είμαι παντρεμένη και στη άρνησή μου, ξαφνιάστηκε γιατί εκείνη είχε ήδη τρία παιδιά. «Ο πατέρας του πίνει και δεν έχει λεφτά. Ο μικρός τού 'μοιασε.» Ο μικρός, που προηγουμένως τραβούσε τα μαλλιά της αδελφούλας του, κάνοντας την να κλαίει, την πήρε αγκαλιά και τη φίλησε τρυφερά στα μάτια. Τότε ήταν που είδα την τσιγγάνα να δακρύζει.

  Η γυφτοπούλα έφυγε, δεν έμεινε να ζητήσει τίποτα άλλο από τους "ευυπόληπτους πολίτες", γιατί εκτός από κέρματα δεν είχαν ουσιαστικά τίποτα άλλο να δώσουν. Χάρηκε γιατί μίλησε με κάποιον. Και μου ευχήθηκε να έχω καλύτερη ζωή απ' αυτήν. Άμποτε... 


Έπηλυς

κείμενα

                                    news1[1].png                                                    

Ένα από τα βράδια που ξενυχτούσα μετρώντας φιλιά στη μοναξιά μου, μου ήρθε η ιδέα του ξένου που θα 'ρθει να με πάρει μακριά από το χρόνο, στην επόμενη ζωή μου. Όταν ήμουν μικρή φοβόμουν τις σκιές και τα φαντάσματα, τώρα αγκάλιαζα το σκοτάδι χωρίς περιστροφές, χανόμουν και ονειροπολούσα μέσα στον πυκνό μαύρο κρυψώνα μου.

Κι έτσι ένα βράδυ είδα τον άγνωστο να με κοιτάζει θλιμμένος πέρα από το τζάμι της μπαλκονόπορτας, άκουσα τη ματιά του να μιλάει σιγά ακατάληπτα λόγια, να τραγουδάει μάλλον ένα ξεχασμένο αιώνες τραγούδι. Μου 'ρθε να πάω στο γυαλί και να ακουμπήσω τις παλάμες και να τον δω καλύτερα, αλλά εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα λογικά. «Δε φοβάσαι; Θα πρεπε...» Τι να φοβηθώ,τον εαυτό μου; Τα φαντάσματα είναι παιδιά της ονειροφαντασίας μας. Πλάσματα του μυαλού μας. Μας τρομάζουν γιατί δεν τα αγκαλιάσαμε ποτέ, γιατί τα δημιουργήσαμε και μετά τα εξορίσαμε.

   Δεν σηκώθηκα από τη γωνιά μου να πάω στο παράθυρο, θα ήταν γελοίο,  γιατί ήξερα ότι δεν ήταν κανείς εκεί. Άρχισα όμως να του μιλάω στη γλώσσα του, βουβά, μες στο μυαλό μου.  «Γεια σου, καλωσήλθες. Απόψε θα βγούμε έξω, θα στοιχειώσουμε τα όνειρα άλλων ανθρώπων. Μην είσαι τόσο θλιμμένος, ακριβέ μου...» Παράξενα αντί για ψιθύρους άκουσα κραυγές σπαραχτικές. Νόμιζα πως μεγάλωσα και ενηλικιώθηκα και μπορούσα να ελέγχω τα όνειρά μου. Νόμιζα πως ήμουν αφέντρα της ψυχής μου, μετά από είκοσι χρόνια φυλακής. Άρχισε πάλι να ουρλιάζει δυνατά ο παλιός φόβος, να απλώνει απειλητικά τα χέρια του, να τεντώνεται αφύσικα να με φτάσει. Μου σκίζει την ψυχή και λουφάζω τρομαγμένη στη γωνιά μου, σαν μικρό πληγωμένο αγριμάκι.  

 Πίσω από τη λευκή, διάφανη κουρτίνα, μες στο σκοτάδι, γυαλίζουν δυο μάτια. Είναι τα μάτια του ξένου που καραδοκεί να μου κλέψει την ψυχή.  Είναι ο αγαπημένος που δεν ονομάτισα και γι' αυτό έμεινε ξένος. Τον φαντάστηκα πολλές φορές αλλά δεν ξεχώρισα ποτέ τα χαρακτηριστικά του. Τον ήξερα καλά, περνάμε τις νύχτες μαζί αλλά φοβάμαι ακόμα τη μήνι του, την άγρια ομορφιά του.  «Δεν φοβάσαι να πεθάνεις; Γιατί με καλείς, αγαπημένη; Δεν φοβάσαι πως θα σε κλέψω να σε πάω στο μέλλον; Σε περιμένουν να γεννηθείς, ξέρεις, αλλά πρέπει να φύγεις από δω πρώτα... Γιατί με καλείς; Εμένα καλύτερα να με φοβάσαι παρά να μ' αγαπάς.»  

 Πετάχτηκα ολόρθη. Δεν έπρεπε να το πει αυτό. Έκλεισα αργά τα μάτια και ούρλιαξα το όνομά μου σιωπηλά. Ευθύς σιγή ακολούθησε και έπειτα ψιθυριστές μελωδίες σαν ύμνοι πλημμύρισαν το δωμάτιο. Όλα καλά.  

 Εντάξει, περιπλανήθηκα για λίγο στον κήπο με τις κερασιές της παιδικής μου ηλικίας. Έγινα δέκα χρονών, μικρή διαισθητική ανήλικη, με τα μάτια μιας αχαλίνωτης φαντασίας ορθάνοιχτα και εκστατικά. Λάθος μου, αλλά το κατάλαβα γιατί πόνεσε. Ακόμα έτρεμα και έσφιγγα ιδρωμένες παλάμες, συνέπεια της λογικής του τρόμου. Καλά που είμαι μόνη και δε με είδε κανείς...

  Να 'φυγε ο ξένος; Κοίταξα κλεφτά. Ήταν ακόμα εκεί. Τον κάλεσα να μπει μες στο δωμάτιο. Είχαμε ανάγκη της συντροφιάς ο ένας του άλλου. Αυτός ανύπαρκτος και εγώ τρελή να ξεφυλλίζω το μυαλό μου μες τη νύχτα. Στεκόταν όρθιος ώσπου τον έβαλα να καθίσει σ' ένα ψηλό ξύλινο σκαμνί. Φορούσε μαύρα, πως αλλιώς, αυτό ήταν το χρώμα μου.  

 Για ώρα πολλή, με κοιτούσε στα μάτια και το ημίφως του δρόμου φώτιζε τα χαρακτηριστικά του. Οι περιπλανήσεις του νου είχαν κουράσει το πρόσωπό του, τα φρύδια του έσμιγαν σκεφτικά. Ένταση δεν υπήρχε στα βλέμματά μας, ίσως γιατί κανείς δεν επεδίωκε, ούτε φοβόταν τη φυγή. Τόσα χρόνια οι ανασφάλειες μας είχαν τσακίσει, τώρα προσπαθούσαμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον. Μια ψυχή, δυο σώματα, βίοι παράλληλοι.

   Άρχισε μια διήγηση με αργόσυρτο τρόπο και χωρίς να εξηγεί τίποτα. Γεγονότα παλιά και νέα, ψέματα, εικόνες, ήχους, αγγίγματα της συνείδησης σχεδόν...   Γλυκός ύπνος μούδιαζε το κορμί μου. Το καταπονημένο μου μυαλό χαλάρωνε σιγά σιγά και αφηνόταν. Έφευγα από τον κόσμο της πραγματικότητας και έβαζα πλώρη για τη χώρα των ονείρων. Κάπως έτσι βρέθηκα να κολυμπώ στο ομιχλώδες πέλαγος της νύχτας. Το υγρό στοιχείο με αγκαλιάζει χαλαρά αλλά με ασφάλεια. Είμαι ελεύθερη να πνιγώ ή να ζήσω.

   Εύκολα επιλέγω τη ζωή. Με αργές, νωχελικές κινήσεις πηγαίνω προς την ακτή. Αφήνω ίχνη στην άμμο της ακρογιαλιάς του μυαλού μου. Δεν έχω σταματήσει να σκέπτομαι και αυτές ακριβώς οι σκέψεις γίνονται εικόνες.

Ξαπλώνω στην άμμο και απλώνω το χέρι μου στα δεξιά. Θαμμένος ένας άνθρωπος χαμογελάει στις αναμνήσεις του. Το κύμα όταν έρχεται παίζει με τα δάχτυλά του και όταν φεύγει τον βυθίζει ακόμα πιο πολύ στην άμμο.  

Μια έντονη εντύπωση που άντεξε στο χρόνο και ξέχασε να καταχωρηθεί στα συρτάρια του μυαλού. Αυτό δεν είναι ψευδαίσθηση, είναι εικόνα από βιβλίο που διάβασα παλιά. Ο ποιητής κοιμάται. Μακριά μου. Κι εγώ στο δωμάτιο μου φιλοξενούσα έναν άγνωστο και τον άκουγα μέσα στον ύπνο μου να μιλάει. Παραμύθι ψιθύριζε, ήμουν σίγουρη, αλλά όλα έχουν την αξία τους σ' αυτόν τον κόσμο. Γι' αυτό και εγώ άκουγα ώρες τον ξένο να μιλάει, με τα όνειρά μου να παρεμβάλλονται σαν ιντερμέδια.

   Κι ο ξένος δεν φεύγει γιατί ξεκίνησε από μέσα μου. Θα πει την ιστορία του, την ξέρει ήδη την δική μου. Θα με αφήσει να κοιμηθώ στην αγκαλιά του και λίγο πριν ξυπνήσω και αντικρίσω την πραγματικότητα κατάματα, θα φύγει για να μη θυμάμαι τίποτα το πρωί. Καλύτερα...


Πολλές ζωές

κείμενα

 

Στη ζωή μου έχω ζήσει πολλές ζωές. Κάποτε ήμουν ένα αμφίβιο δελφίνι. Μέσα στη ζέστη του μεσογειακού καλοκαιρινού μεσημεριού, δροσιζόμουν χοροπηδώντας ανάμεσα στα κύματα και παραβγαίνοντας τα πλοία των ακτοπλοϊκών γραμμών που ένωναν τα μεγάλα λιμάνια της ηπειρωτικής χώρας με τα πολυάριθμα νησιά της και διακινούσαν αμέτρητους ταξιδευτές προσκυνητές του ελληνικού θερμού καλοκαιριού.

Τα βράδια που η θερμοκρασία έπεφτε και τα μελτέμια δρόσιζαν τη στεριά, πατώντας σιωπηλά στη λευκή άμμο, έβγαινα στις ακτές. Ήμουν άνθρωπος με γαλαζοπράσινα μάτια και δέρμα λείο από το αλάτι της θάλασσας. Γινόμουν ένα με τους μερακλήδες που ξενυχτούσαν συζητώντας  σε ξεχασμένες ταβέρνες στις γωνιές των λιμανιών, έπινα ούζο και ζαλιζόμουν. Και πριν το χάραμα, γυρνούσα και αποζητούσα μια αγαπημένη γυναίκα που ποτέ δεν έβρισκα. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο για μένα παρά να χαθώ.

Ενώ ρόδιζε ο ουρανός και ο ήλιος γεννιόταν από την ανυπαρξία του, άφηνα τα προσωρινά μου ρούχα να πέσουν πάνω στην άμμο και βουτούσα στο νερό, την υγρή μου πατρίδα. Δυο τρεις ανάσες ήταν αρκετές για να ξεκινήσω την αναπνοή μου όχι ως άνθρωπος αλλά ως δελφίνι πια. Η υγρή μου πατρίδα μου έδειχνε ότι η ζωή μου ανήκει έτσι κι αλλιώς.

Άλλοτε ξυπνούσα μεταμορφωμένη σε γάτα. Ήρεμη και νωχελική όταν πρέπει, και όποτε ήμουν χορτασμένη από φαγητό, φροντίδα και χάδια, δεν νοιαζόμουν να δώσω σημασία σε ανθρώπους που ζητούσαν την προσοχή μου, τραβώντας με νευρικές κινήσεις  την ουρά και τα αυτιά μου, που ζήλευαν την σοβαρότητα των κινήσεων και την αυτονομία ενός μικρόσωμου ενστικτώδικου ζώου. Γεμάτη ένταση, ταχύτατη στις αντιδράσεις, με μεγάλη προσοχή ισορροπώντας ανάμεσα στο σωστό και το λάθος, με την τελική επιλογή και την ευθύνη να βαραίνει μονάχα εμένα, γινόμουν τίγρη μπροστά στο ενδεχόμενο να χάσω ό,τι αγαπώ και λιοντάρι που βρυχάται όταν έπρεπε να προστατεύσω όσους νοιάζομαι, όσα κουράστηκα να αποκτήσω και τη χαμένη μου αυτοπεποίθηση. Γιατί άμα με προδώσεις, χάθηκες. Θα φροντίσω τα νύχια μου να σε χαρακώσουν για πάντα. Όχι για να σε στιγματίσω με σημάδια αιώνιας κτητικότητας αλλά για να θυμάσαι ότι το τίμημα της απανθρωπιάς είναι ο πόνος εκατέρωθεν.

 Εγώ, η γάτα δεν κοιμάμαι ποτέ. Ακούω, μυρίζω, νιώθω, δέχομαι ερεθίσματα ακόμα και στον πιο βαθύ μου λήθαργο. Πειθαρχώ στις αισθήσεις, είμαι σε εγρήγορση κάθε στιγμή, πηδάω σαν αίλουρος απλά και κομψά, από τον κόσμο τον ιδεατό στην πραγματική ζωή. Έτοιμη να αμυνθώ, ξεκινώντας μια καινούργια επίθεση. Ποτέ κανείς εχθρός δεν είναι σκοτεινός. Όλα τα βλέπω ξεκάθαρα, ακόμα και στο σκοτάδι. Μάλιστα εκεί βλέπω καλύτερα, τη νύχτα. Η νύχτα με τυλίγει, μα οι φοβίες μου δεν μ' ακολουθούν. Η έντονη εγρήγορση με κρατά ζωντανή και ζεστή. Όσο και αν απομακρυνθώ, ξέρω πάντα, βασισμένη στις κυρίαρχες αισθήσεις μου, στο ένστικτο της επιβίωσης, στην πίστη ότι η φωλιά μου με περιμένει, το που είναι το σπίτι μου, η πατρίδα της ψυχής μου.

myrtos3[1].jpg


Η φωνή

κείμενα

                 KissatHotelDeVille[1].jpg

 

                                Η ΦΩΝΗ

 

  Ήταν ένα ακόμη απαλό απόγευμα. Μόνη στο σπίτι. Κανείς ήχος δε σπάει τη μελαγχολία, πέρα από το βουητό της κίνησης στη λεωφόρο. Κάτι σαν μακρινό μελίσσι, την ώρα που το φως ξεθωριάζει... και το τηλέφωνο χτυπά. Ο οξύς ήχος τρυπάει τα τύμπανα. Σηκώθηκε από τον καναπέ με αργές κινήσεις και πήρε το ακουστικό στα χέρια της. Γιατί την ενοχλούν, πότε θα σταματήσουν αυτό το παιχνίδι, δεν είχε διάθεση να μιλήσει. Αν και αναγνωρίζει ότι εδώ και καιρό το έχει ανάγκη, δεν λέει να συμβιβαστεί με την ιδέα να την διαλέγουν μ' αυτόν τον τρόπο, να' ναι το θύμα μιας τυφλής αναζήτησης. Έφερε το ακουστικό στο αυτί.

     -«Εμπρός...;» Απάντηση καμία. Σιγή μυστηρίου ή δισταγμός;

«Εμπρός...;» είπε ξανά. Τα δευτερόλεπτα κυλούν και την εκνευρίζουν.

     -«...Καλησπέρα...»

  «Επιτέλους, μίλησε» σκέφτηκε.

     -«Συγγνώμη αν ενοχλώ..» είπε η αντρική φωνή.

  Ένα ειρωνικό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της. «Άλλος ένας στερημένος», πέρασε από το μυαλό της.

     -«Δε με γνωρίζεις, είναι αλήθεια. Ούτε κι εγώ σε ξέρω.»

  Σιωπή από τη μεριά της. Ήταν έτοιμη πάντα να κλείσει το τηλέφωνο, αν γινόταν η φωνή χυδαία ή φορτική.

     -«Θα ήθελα απλά να μιλήσω... με κάποιον...Είμαι στην πόλη λίγο καιρό...δε γνωρίζω κανέναν...είμαι μόνος.»

  Απομάκρυνε το ακουστικό και το κοίταξε με δυσπιστία. Θυμώνει όταν σκέπτεται ότι της δόθηκε ο ρόλος του εξομολόγου-παρηγορητή από αυτόν τον άγνωστο, που η φωνή του αντηχούσε μέσα στο κρανίο της τόσο γνωστή. Όχι, σίγουρα δεν τον γνώριζε.

     -«Όλοι μόνοι μας είμαστε στον κόσμο που ζούμε», είπε τελικά εκείνη και ακούστηκε αρκετά αυστηρή, χωρίς συμπάθεια, ούτε ίχνος. Ο άλλος δεν βιάστηκε να απαντήσει:

     -«...Συγγνώμη αν ενοχλώ», είπε ξανά. «Το πρόβλημα που αντιμετωπίζω είναι αυτό της μοναξιάς...όχι της υπαρξιακής αναζήτησης.»

Η φωνή ακουγόταν να σβήνει στο βάθος απογοητευμένη, αν και τα λόγια λέγονταν γρήγορα, στον κίνδυνο να τελειώσει ο λίγος δοσμένος χρόνος με το κλείσιμο της γραμμής, απότομα. Ξανάρχισε:

-«Πέρασαν από το μυαλό μου κάποιες σκέψεις, που διαλύθηκαν μόλις ακούστηκε η φωνή αυτή...», είπε σχεδόν ψιθυριστά ο άντρας και έπαψε, περιμένοντας τη ν' ακουστεί.

Εκείνη ήξερε για τι μιλούσε, το είχε ζήσει. Ακόμα κι αν δεν ήθελε άμεσα να το παραδεχτεί, στιγμές σαν κι αυτές, σε ώρες απογευματινές ήρεμες και νεκρές σαν τώρα, είχε κι εκείνη περάσει. Τρέμοντας  μην οπλιστεί με λίγο περισσότερο θάρρος από ό,τι είχε, και χάσει λίγη, ελάχιστη λογική από όση την κρατούσε όρθια, έδιωχνε τις επίμονες σκέψεις με τη μουσική, με ένα ραδιόφωνο ανοιχτό, με έναν περίπατο βουβό χωρίς τελικό προορισμό. Και πάλι γύριζε πίσω χωρίς να μιλά, χειρότερα, πιο αγριεμένη, πιο απογοητευμένη, πιο κυνική από πριν. Τώρα όμως;

-«Ξέρεις αυτά περνούν, αν έχεις κάτι να ασχοληθείς. Σπουδάζεις ή εργάζεσαι;» είπε σε μια προσπάθεια να φανεί θετική. Η φωνή ακούστηκε πάλι με περισσότερο θάρρος.

-«Είμαι φοιτητής.»

Η απάντηση δεν την ενδιέφερε και πολύ. Ήθελε μόνο να τον κάνει να ξεχαστεί, να ηρεμήσει, να καταλαγιάσει τους φόβους μέσα του. Πολύ προσεκτικά. Και η φωνή είπε:

-«Ξέρεις, όταν βρίσκεσαι μέσα σε μια αίθουσα γεμάτη ανθρώπους, δεν είσαι παρά μόνο μια παρουσία. Δεν υπάρχεις εκεί ουσιαστικά, ειδικά όταν το μυαλό σου ταξιδεύει. Γιατί δεν νοιάζεται κανείς για το αν έχεις παρκάρει απλά το σώμα σου και παρακολουθείς κοιμισμένος με ανοιχτά τα μάτια και κλειστό το στόμα. Κανείς δεν θα προσέξει ότι λείπεις...»

-«Δεν είναι αλήθεια. Οι δικοί σου νοιάζονται, οι φίλοι νοιάζονται. Δεν έχεις φίλους;»

-«Δεν έχω εχθρούς. Όλοι είναι εντάξει. Αλλά η ψυχή μου δεν μιλάει με όλους. Έτσι είναι...κανείς δεν θα προσέξει ότι λείπεις.»

Συμφωνούσε κι εκείνη τώρα με τη φωνή. Πολλές φορές, χωρίς να το συνειδητοποιεί, η πίκρα αυτή έσταζε μέσα της και διέβρωνε την ψυχή της. «Κανείς δεν θα προσέξει ότι λείπεις.» Κάτι σαν την δική της παρέα, όταν έβγαιναν να πιουν και να περάσουν καλά στα στέκια της εποχής. Αν κάποτε άρχιζε να μιλάει σοβαρά, οι φίλοι της την κοιτούσαν αμήχανα, μερικές φορές άκουγαν όσα είχε να πει χωρίς ενδιαφέρον, ενώ ποτέ δεν προσπάθησαν να σκεφτούν μια λύση να της προσφέρουν δώρο στα αδιέξοδά της. Έτσι, δέχτηκε την αδιαφορία σαν πάγια κατάσταση, σιγά-σιγά απομακρύνθηκε κι άφησε την παρέα να ασχολείται με ζήλο μόνο με τα ασήμαντα εποχιακά καπρίτσια των μελών της, κάθε φορά. Η φωνή, ναι, είχε δίκιο.

-«Πιστεύω πως έχεις δίκιο...», είπε αλλάζοντας τον τόνο της φωνής της, μιλώντας αργά, ήρεμα. «Ξέρω τι εννοείς...Νομίζω ότι υπάρχουν άνθρωποι και άνθρωποι. Μερικοί απ' αυτούς δεν ξέρουν τι σημαίνει μοναξιά και μάλλον δεν θα μάθουν ποτέ. Όποιος βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής, δεν θα νοιαστεί γι' αυτόν που υπάρχει στο σκοτάδι.»

Η φωνή σώπαινε. Ήταν σαν να έλεγε εκείνη το γνωστό μονόλογό της μπροστά στον καθρέφτη, κάτι συνηθισμένο πια. Τα τελευταία λόγια τα είχε πει σιγά, για να κρύψει από τον εαυτό της την ένταση που δοκίμαζε.

Κοιτώντας από το τζάμι της μπαλκονόπορτας, έβλεπε λευκά ζωηρά φώτα που μαρκάριζαν τον μαύρο ορίζοντα της πόλης. Συγχρόνως σκεπτόταν πως ο λαβύρινθος του μυαλού της πρέπει να μοιάζει τελικά με τους γκρίζους δρόμους των προαστίων: όταν τους διασχίζεις, μπορείς να νιώσεις τη φορτισμένη ηρεμία, αν και ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές θύρες των σπιτιών. Αναρωτιόταν, να 'ναι η αίσθηση ότι όλοι οι άλλοι άνθρωποι ζουν ήρεμα τη συμβατική ζωή τους ή η μαγεία της απώλειας που μπορείς σχεδόν να αγγίξεις, αυτή που σου φέρνει αγωνία;

Και η φωνή ακούστηκε ξανά, βαθιά και στέρεα πια:

-«Ναι...είμαι σίγουρος πως δεν έχω τίποτα να φοβηθώ, γιατί τώρα νιώθω ότι ξέρω. Ναι, υπάρχουν άνθρωποι πολλοί και διαφορετικοί...άλλοι που δεν νιώθουν τίποτα πια και άλλοι που σωπαίνουν.»

Αυτή η κουβέντα της φωνής την ξάφνιασε. Της φάνηκε πως ειπώθηκε γι' αυτήν, ακόμα κι αν ήταν αδύνατο να την είχε δει ή να μαντέψει τις εικόνες που περνούσαν από το μυαλό της, εκείνη τη στιγμή. Συνειδητοποίησε ότι η αντρική φωνή καταλάβαινε και της απαντούσε. Κατάλαβε ότι την γνώριζε καλά, ότι ο πλέον άγνωστος ήταν πια ο εαυτός της. Ο άλλος μίλησε:

-«Ξέρεις, νόμιζα ότι όλοι εδώ είναι ξένοι. Δεν τους ήξερα εγώ αυτούς τους ανθρώπους...που δεν ήθελαν να με ξέρουν. Νόμιζα ότι ήμουν μόνος... αλλά δεν είμαι.»

Ακούγοντας τη φωνή, ήθελε, ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει, να πει οτιδήποτε, αλλά έψαχνε ταυτόχρονα να βρει τις απόλυτα κατάλληλες λέξεις.  Τελικά, είπε απλά:

-«Δεν είσαι μόνος...Μην αφήνεσαι στην μελαγχολία του νου να σε ταξιδεύει.»

Είχε ήδη πέσει η νύχτα. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο φιλικές σκιές. Κανείς ήχος δεν χαράζει το σκοτάδι εκτός από το βουητό της κίνησης στη λεωφόρο. Καμία απάντηση στα λόγια της. Μέχρι που ακούστηκε ξανά, αργά, η φωνή:

-«Που είσαι εκεί, σε ευχαριστώ...» σώπασε για λίγο ο άγνωστος και μετά έκλεισε η γραμμή. Έφυγε σαν μια φιγούρα που μπήκε βιαστικά στο χώρο και βγήκε ξανά, αφού βρήκε αυτό που αναζητούσε.

Εκείνη, με το ακουστικό στο χέρι, έμεινε με μια γλυκόπικρη γεύση στο στόμα. Απάντησε, και η φωνή της ακούστηκε κενή μες στο δωμάτιο.

«Κι εγώ ευχαριστώ. Αντίο.»   

 

 

                                     


Σεμέλη

κείμενα

                       ΣΕΜΕΛΗ

 

   Αυτή η γυναίκα είχε ένα όνομα κοινό, θα ήθελε όμως να την λένε Σεμέλη, όνομα θηλυκότατο και γλυκό. Κι αυτό για να τραβάει την προσοχή από την πρώτη εντύπωση, την αρχική γνωριμία. Γιατί ανάμεσα στα «πρέπει» της ζούσε μια ζωή απόλυτα υποταγμένη στην καθημερινή απελπισία της χαμηλοβλεπούσας σεμνής ηρωίδας νοικοκυράς. Εκείνης που τα καταφέρνει όλα εκτός από το να είναι δυναμική, παρεμβατική, αντικειμενική και αποτελεσματική -σαν άντρας δηλαδή και καλύτερα.

   Βέβαια, ήταν κάτι που της έλειπε και το αναζητούσε κάθε ξημέρωμα κοιτώντας στον καθρέφτη, πριν απ' το πρωινό τσιγάρο. Αλλά δεν βαριέσαι, όταν έχεις μεταξωτό κομπινεζόν και τον άντρα σου στο κρεβάτι όλα φτιάχνονται, έλεγε στον εαυτό της και το πίστευε. Μετά, πάλι την έπιανε μια μελαγχολία όταν περίμενε στην αίθουσα αναμονής και ερχόταν να την καλωσορίσει η γιατρός της, σπουδαία αυτή, όμορφη, με διπλώματα, πολλά λεφτά και έναν σύζυγο ισχυρό οικονομικό παράγοντα.

   Ένιωθε τότε ότι ήθελε να 'χει κι άλλο, μόνο που δεν ήξερε τι ήταν αυτό που ήθελε να 'χει. Μήπως μεγαλύτερη οικονομική άνεση για να πραγματοποιεί αγορές όποτε έβγαινε βόλτα στα μαγαζιά και να χαίρεται για τα αποκτήματά της μπροστά στις φίλες της; Μάλλον όχι, ποτέ δεν ήταν τόσο ματαιόδοξη. Μήπως να' χει έναν ευγενικό και καλόκαρδο σύζυγο, που να ικανοποιεί όλες τις ανάγκες της και να 'ναι και πανέμορφος; Ωπ, τέρμα οι σαπουνόπερες, γιατί άρχισαν οι παραισθήσεις.

   Μήπως ήθελε να την αναγνωρίζουν στο δρόμο, να της παραχωρούν τη σειρά, να την προσφωνούν «κυρία μου» και να παραμερίζουν καθώς κινείται μέσα στο πλήθος, πασίγνωστη και γοητευτικά απόμακρη; Μα τι έκανε αυτή για να της αξίζει τέτοια αναγνώριση;

   Κι όμως μια νέα γυναίκα με κοινό όνομα, η επονομαζόμενη Σεμέλη, όταν είναι μόνη της φαντάζεται τον εαυτό της στρατηγό και στρατηλάτη, που εκπορθεί αντρικά φρούρια, με την ευκολία ενός πλήρως προνομιούχου άντρα που δήλωσε ότι θα μείνει εργένης, κοινώς «ελεύθερος κι ωραίος» και επέλεξε να κάνει καριέρα αντί για σχέση και οικογένεια.

   Και μερικές φορές κλαίει γιατί δεν πρόλαβε τον χρόνο που έφυγε. Γιατί δεν διάλεξε ανεπηρέαστα και άκουσε τη γνώμη όλων, γονιών, συγγενών και συντρόφου που έλεγαν ότι η θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι, όπως η θέση του αηδονιού είναι σε χρυσό κλουβί. Γιατί εκείνη είχε όνειρα, ήθελε να ασχοληθεί με την τέχνη, καθώς «τέχνη είναι να κάνεις αυτό που αγαπάς». Και ήθελε να κάνει τη δουλειά της τόσο καλά, που να έχει πλούσιες ανταμοιβές, περισσότερο ηθικές παρά υλικές, για να ζει ανεξάρτητη από τις επιθυμίες της στιγμής και απαγκιστρωμένη από τις ανάγκες της καθημερινότητας.

   «Γιατί εγώ;» σκεπτόταν. «Πώς με πιέζουν όλα και καταλήγω να μην ξέρω τι θέλω; Γιατί να φροντίζω και να υπηρετώ μια ζωή; Γιατί στηρίζονται σε μένα; Γιατί δεν μ' αφήνουν ήσυχη;»

   Όμως, σιγά-σιγά, συμβιβάστηκε με τη ζωή μέσα στο σπίτι και είδε με άλλο μάτι τον άντρα που αγαπούσε. Έτσι κι αλλιώς δεν φταίει αυτός, κανείς δεν φταίει τελικά, εκτός ίσως από το πείσμα της να «δημιουργήσει» οικογένεια. Άλλοι το κάνουν από λάθος, μαζί με άλλες δραστηριότητες της ζωής κι αυτό. Εκείνη όμως, η τιμητικά λεγόμενη Σεμέλη, το διάλεξε, ήταν καλή σ' αυτό και ήταν ό,τι καλύτερο της συνέβη.

   Έτσι κατάλαβε ότι οι επιλογές που επικύρωσε με τη δύναμη της θέλησης της όταν ήταν ακόμα νέα, την ενοχλούν. Είδε  ότι χρωστάει μια εξήγηση στον ίδιο της τον εαυτό. Ένιωσε ότι την αναστατώνει η έλλειψη νοήματος στην ζωή της και η έλλειψη στόχων στο μέλλον της και ίσως η έλλειψη χαρακτήρα στην προσωπικότητά της. Κι έτσι συνειδητοποίησε ότι η ζωή δε σταματάει να σε περιμένει και σωστό είναι τελικά να μην την περιμένεις για να ζήσεις ούτε κι εσύ. 

 198017002_fab47068cd.jpg


Breath (Faith Hill)

sing-a-song

 

Faith Hill   Breathe

I can feel the magic floating in the air

Being with you gets me this way

I watch the sunlight dance across your face

I've never been this swept away

All my thoughts just seem to set along the bliss

When I'm lying wrapped up in your arms

The whole world just fades away

The only thing I hear is the beating of your heart

'Cause I can hear you breathe

Just watching over me

And suddenly I'm meltin' into you

There's nothing left to prove

And baby all we need is just to be...

Caught up in a touch

Slow and steady rush

Baby, isn't that the way love's supposed to be..?

I can feel you breathe...just breathe...

In a way I know my heart is waking up

As all the walls come tumbling down

Closer than I ever felt before

And I know and you know

There is no need for words right now

  featherinthewindeu1.jpg


The Rose

sing-a-song

The Rose (Bette Midler / Westlife)

Some say love it is a river that drowns the tender reef...

Some say love it is a razor that leaves your soul to bleed...

Some say love it is a hunger, an endless aching need...

I say love it is a flower and you its only seed...

It's the heart afraid of breaking that never learns to dance...

It's the dream afraid of waking that never takes the chance...

It's the one who won't be taken, who cannot seem to give...

And the soul afraid of dying that never learns to live...

When the night has been too lonely and the road has been to long...

And you think that love is only for the lucky and the strong...

(mild) Just remember in the winder far beneath the bitter snow

Lays the seed that with the sun's love, in the spring becomes the Rose..

.rose.gif


JAMES BLUNT

sing-a-song

J3012157[1].jpg

JAMES BLUNT- GOODBYE MY LOVER

Did I disappoint you or let you down?

Should I be feeling guilty or let the judges frown?

'Cause I saw the end before we'd begun

Yes I saw you were blinded and I knew I had won

So I took what's mine by eternal right

Took your soul out into the night

It may be over but I won't stop there

I am here for you if you'd only care

You touched my heart, you touched my soul

You changed my life and all my goals

And love is blind and I knew when

My heart was blinded by you

I've kissed your lips and held your head

Shared your dreams and shared your bed

I know you well, I know your smell

I've been addicted to you

Goodbye my lover

Goodbye my friend

You have been the one

You have been the one for me(x2)

I am a dreamer but when I wake

You can't break my spirit-it's my dreams you take

And as you move on, remember me

Remember us and all we used to be

I've seen you cry. I've seen you smile

I've watched you sleeping for a while

I'd be the father of your child

I'd spend a lifetime with you

I know your fears and you know mine

We've had our doubts but now we're fine

And I love you, I swear it's true

 I cannot live without you

Goodbye my lover

Goodbye my friend

You have been the one

You have been the one for me (x2)

And I still hold your hand in mine

In mine when I sleep

And I will bear my soul in time

When I'm kneeling at your feet

Goodbye my lover

Goodbye my friend 

You have been the one

You have been the one for me(x2)

I'm so hollow, baby. I'm so hollow.

I'm so, I'm so, I'm so hollow (x2)

JAMES BLUNT-TEARS AND RAIN

I wish I could surrender my soul

Shed the clothes that become my skin

See a liar that burns within my needing

How I wish I'd chosen darkness from cold

How I wish I'd screamed out loud

Instead I've found no meaning

I guess it's time I run far, far away; find comfort in pain

All pleasure's the same: it just keeps me from trouble

Hides my true shape, like Dorian Gray

I've heard what they say, but I'm not here for trouble

It's more than just words, it's just tears and rain

I wish I could walk through the doors of my mind

Hold memory close at hand

Help me understand the years

I wish I could choose between Heaven and Hell

I wish I would save my soul

I'm so cold from fear

I guess it's time I run far, far away; find comfort in pain

All pleasure's the same: it just keeps me from trouble

Hides my true shape, like Dorian Gray

I've heard what they say, but I'm not here for trouble

Far, far away; find comfort in pain

All pleasure's the same: it just keeps me from trouble

It's more than just words; its just tears and rain

59363_wallpaper110[1].jpg

JAMES BLUNT- NO BRAVERY

There are children standing here,
Arms outstretched into the sky,
Tears drying on their face.
He has been here.
Brothers lie in shallow graves.
Fathers lost without a trace.
A nation blind to their disgrace,
since he's been here.

And I see no bravery,
No bravery,
in your eyes anymore.
Only sadness.
And I see no bravery,
No bravery,
in your eyes any more
only sadness....only sadness

Houses burnt beyond repair.
The smell of death is in the air.
A woman weeping in despair says,
He has been here.
Tracer lighting up the sky.
It's another family's turn, to die.
A child afraid to even cry out says,
He has been here.

And I see no bravery,
No bravery,
in your eyes anymore.
Only sadness
And I see no bravery,
No bravery,
In your eyes any more
Only sadness.....only sadness

There are children standing here,
Arms outstretched into the sky,
But no one asks the question why,
He has been here.
Old men kneel to accept their fate.
Wives and daughters cut and raped.
A generation drenched in hate.
Says he has been here.

And I see no bravery,
No bravery,
in your eyes anymore.
Only sadness.
And I see no bravery,
No bravery,
In your eyes any more...
anymore
And I see no bravery,
No bravery,
In your eyes any more,
only sadness...only sadness.

whiterose.bmp

JAMES BLUNT YOU'RE BEAUTIFUL

My life is brilliant

*Musical Pause*

My life is brilliant.
My love is pure.
I saw an angel.
Of that I'm sure.
She smiled at me on the subway.
She was with another man.
But I won't lose no sleep on that,
'Cause I've got a plan.

(chorus)
You're beautiful. You're beautiful.
You're beautiful, it's true.
I saw your face in a crowded place,
And I don't know what to do,
'Cause Ill never be with you.

Yeah, she caught my eye,
As I walked on by.
She could see from my face that I was,
fucking high,
And I don't think that I'll see her again,
But we shared a moment that will last till the end.

(chorus)
You're beautiful. You're beautiful.
You're beautiful it's true
I saw your face in a crowded place,
And I don't know what to do,
You're beautiful, You're beautiful.
But it's time to face the truth
I will never be with you.

(La-la-la-la, La-la-la-la, La-la-la-la, Laaah)

There must be an angel, with a smile on her face,
when she thought that I should be with you

You're beautiful. You're beautiful.
You're beautiful, it's true.
There must be an angel with a smile on her face,
When she thought up that I should be with you.
But it's time to face the truth,
I will never be with you.


Το Ελάττωμα

κοινωνία

481971818_35a791b982.jpg

Οι γυναίκες έχουν δυνάμεις που αφήνουν άφωνους τους άνδρες

Αντέχουν τις δυσκολίες και κουβαλούν τα βάρη αλλά κρατούν την ευτυχία, την αγάπη και τη χαρά.

Χαμογελούν όταν θέλουν να φωνάξουν.

Τραγουδούν όταν θέλουν να κλάψουν.

Κλαίνε όταν είναι χαρούμενες και γελούν όταν είναι νευρικές.

Αγωνίζονται για ότι πιστεύουν.

Αντιστέκονται στην αδικία

Δεν δέχονται «όχι» σαν απάντηση όταν πιστεύουν ότι προτείνουν την σωστότερη λύση.

Στερούνται ώστε να έχει η οικογένεια τους

Πηγαίνουν στο γιατρό μαζί με τη φοβισμένη φίλη τους.

Αγαπούν χωρίς περιορισμούς

Κλαίνε όταν τα παιδιά τους διακρίνονται και ζητωκραυγάζουν όταν οι φίλοι τους παίρνουν βραβεία

Είναι χαρούμενες όταν ακούνε για μια γέννηση ή έναν γάμο.

Η καρδιά τους σπάει σε χίλια κομμάτια όταν πεθαίνει ένας φίλος.

Θρηνούν την απώλεια ενός μέλους της οικογένειας, αλλά είναι δυνατές όταν νομίζουν ότι δεν υπάρχει πια άλλη δύναμη μέσα τους.

Γνωρίζουν πως μια αγκαλιά και ένα φιλί μπορούν να γιατρέψουν μια πονεμένη καρδιά.

Οι γυναίκες  έρχονται στον κόσμο σε όλα τα σχήματα, μεγέθη και χρώματα.

Θα οδηγήσουν, θα πετάξουν, θα περπατήσουν, θα τρέξουν, θα σου στείλουν μήνυμα για να σου δείξουν πόσο νοιάζονται για σένα.

Η καρδιά μιας γυναίκας είναι αυτό που κάνει τη γη να γυρίζει.

Φέρνουν χαρά, ελπίδα και αγάπη.

Έχουν κατανόηση και ιδέες.

Δίνουν ηθική συμπαράσταση σε οικογένεια και φίλους.

Οι γυναίκες έχουν σημαντικά πράγματα να πουν και τα πάντα να μοιραστούν.

Όμως, όπως και να είναι&

Αν υπάρχει ένα ΕΛΑΤΤΩΜΑ στις γυναίκες, είναι

ΠΩΣ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΠΟΣΟ ΑΞΙΖΟΥΝ  

(από post μιας αγγλίδας blogger)


LADA Διαβήτης τύπου 1.5

διαβήτης

LADA (Latent Autoimmune Diabetes in Adults)

 

Ο όψιμος αυτοάνοσος διαβήτης των ενηλίκων είναι μια μορφή διαβήτη τύπου 1 που διαγιγνώσκεται σε άτομα που είναι μεγαλύτερα από τη συνήθη ηλικία της εμφάνισης του διαβήτη τύπου 1. Συχνά συγχέεται με τον διαβήτη τύπου 2.

 

Ο LADA (Όψιμος Αυτοάνοσος Διαβήτης Ενηλίκων) είναι μια μορφή αυτοάνοσου (τύπου 1 διαβήτη) που διαγιγνώσκεται σε ενήλικες με ηλικία μεγαλύτερη από τη συνήθη ηλικία εμφάνισης του διαβήτη τύπου1 (δηλαδή πάνω από 30 χρονών κατά τη διάγνωση). Εναλλακτικές ονομασίες για το διαβήτη LADA περιλαμβάνουν τα εξής:

  • Όψιμης εμφάνισης Αυτοάνοσος Διαβήτης της Ενήλικης ζωής
  • Αργής εμφάνισης τύπου 1 Διαβήτης
  • Διαβήτης τύπου 1.5

Συχνά οι ασθενείς με LADA διαγιγνώσκονται λανθασμένα ως ασθενείς με τύπου 2 διαβήτη με βάση την ηλικία τους κατά τη χρονική στιγμή της διάγνωσης. Τέτοια λάθος διάγνωση είναι εύκολο να γίνει όταν το άτομο είναι ενήλικο και αρχικά ανταποκρίνεται σε θεραπεία με διαβητικά χάπια. Φαίνεται πως ίσως ένα ποσοστό 20% των ασθενών που έχουν διαγνωσθεί αρχικά με διαβήτη τύπου 2, πάσχουν στην πραγματικότητα από LADA.

Οι ασθενείς με LADA δεν έχουν αντίσταση στην ινσουλίνη, όπως εκείνοι με διαβήτη τύπου 2. Επίσης θετικά τεστ αντισωμάτων μπορούν να βοηθήσουν στη διάγνωση του LADA διαβήτη σε έναν ασθενή που μπορεί να υπάρχει υποψία ότι μπορεί να πάσχει είτε από διαβήτη τύπου 2 είτε από LADA διαβήτη.

Κάποιοι ειδικοί διαβητολόγοι επισημαίνουν ότι αφότου ο LADA διαβήτης  διαγνωσθεί είναι σημαντικό να αρχίσει εγκαίρως ο ασθενής ινσουλινοθεραπεία  (αντί να χρησιμοποιεί σουλφονυλουρίες ή άλλα  διαβητικά χάπια.) αλλά είναι ασαφές αν η πρώιμη θεραπεία με ινσουλίνη είναι θεραπευτική για τα εναπομείναντα β-παγκρεατικά κύτταρα. Φαρμακευτική θεραπεία για να διαφυλαχθεί η λειτουργία της ινσουλίνης σε ασθενείς με LADA είναι ένα θέμα υπό έρευνα.

Χαρακτηριστικά του LADA:

  • Ενήλικη ηλικία κατά τη διάγνωση (συνήθως πάνω από 25 χρονών )
  • Αρχική εμφάνιση που μεταμορφώνεται ως διαβήτης τύπου 2 μη-παχύσαρκων (δεν εμφανίζεται με διαβητική κετοξέωση)
  • Αρχικά μπορεί να ελεγχθεί η πορεία της νόσου  με δίαιτα, με ή χωρίς αντιδιαβητικά χάπια.
  • Η εξάρτηση στην ινσουλίνη επισυμβαίνει σταδιακά, συχνά μέσα σε χρονικό διάστημα μηνών.
  • Θετικά αντισώματα
  • Χαμηλά επίπεδα c-πεπτιδίου
  • Ασυνήθιστο να υπάρχει οικογενειακό ιστορικό διαβήτη τύπου 2 (απόδειξη ότι είναι αυτοάνοσο νόσημα)

(Πηγή: Αγγλικό ιατρικό site)

 

 

 

 


Επιτέλους..."τεχνητό πάγκρεας" στην Ελλάδα

διαβήτης

Στο «Έθνος της Κυριακής»  (Κυριακή 10/6/2007) δημοσιεύτηκε μια είδηση που περίμεναν πολλοί διαβητικοί  να γίνει πραγματικότητα για πολλά χρόνια: «μια μικροσκοπική συσκευή που ρυθμίζει την έκκριση ινσουλίνης με βάση τις συνεχείς μετρήσεις επιπέδων σακχάρου στο αίμα, χρησιμοποιούν ήδη 50 Έλληνες διαβητικοί».

 Για την ιστορία, υπάρχουν εδώ και καιρό, μετρητές σακχάρου που λειτουργούν διαδερμικά και στέλνουν πληροφορίες με ένα μίνι πομπό στο μετρητή, αλλά και αντλίες ινσουλίνης που δίνουν τις απαιτούμενες ποσότητες ινσουλίνης (αυτής της «ορμόνης της ζωής» που είναι απαραίτητη για να ζήσουν οι διαβητικοί καθώς το σώμα τους δεν την παράγει) που όμως ρυθμίζονται χειροκίνητα από το χρήστη.

Με τους καινούριους μετρητές που συνεργάζονται με την αντλία ινσουλίνης «ο ασθενής μπορεί εύκολα με βάση τις ενδείξεις του μετρητή να προγραμματίζει και κάποιες φορές να διορθώνει τη συχνότητα των εκκρίσεων και έτσι να αποφεύγει επιπλοκές από υπογλυκαιμικά και υπεργλυκαιμικά επεισόδια. Επίσης οι ασθενείς μπορούν να κάνουν  ντους, μπάνιο ή και να κολυμπήσουν φορώντας τον αισθητήρα και τον πομπό, καθώς είναι αδιάβροχα.» 'Όπως φαίνεται ο μετρητής λειτουργεί ως εξής: «καταγράφει συνεχώς τα επίπεδα γλυκόζης (πραγματοποιώντας μέτρηση με τη βοήθεια ενός μόνιμου διαδερμικού pad) όλο το 24ωρο, κάθε πέντε λεπτά και παράγει έναν βόμβο ή δονείται όταν τα επίπεδα της γλυκόζης είναι πολύ υψηλά ή πολύ χαμηλά Μπορεί επίσης να ειδοποιήσει για μια επερχόμενη υπογλυκαιμία ή υπεργλυκαιμία.

 Ως  blogger που αγαπάει τους διαβητικούς πιστεύω ότι είναι μια θετική εξέλιξη, απλά εύχομαι να είναι ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΣ ο μετρητής σε όλους όσους το έχουν ανάγκη.

Περισσότερα νέα για διαβητικούς bloggers ανά τον κόσμο σύντομα. Επίσης επιφυλάσσομαι να γράψω τη γνώμη μου για την «εισπνεόμενη ινσουλίνη» και τις κλινικές μελέτες της στο εξωτερικό, όπως και τις νέες εξελίξεις της βιολογίας που αφορούν τον διαβήτη και άλλες ασθένειες related.

 Πολλά φιλιά και αγκαλιές σε όλους τους διαβητικούς. Λίγη δύναμη και επιμονή ακόμα, είμαστε κοντά στο σκοπό μας, να ζούμε ως αυτόνομοι άνθρωποι (και όχι ως εξαρτημένοι ανάπηροι από το φάρμακο, τις επιπλοκές και τους γιατρούς) μετά από τόση καθημερινή προσπάθεια.